Ανοίγοντας νέους δρόμους έκφρασης

25.06.2015 12:42

Του Χρήστου Χαρτοματσίδη*

Η συλλογή «Σαντιγκάρ» του Κώστα Κρεμμύδα

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Ένα από τα πιο δύσκολα είδη ποίησης είναι η πολιτική ποίηση. Μέσα στην ιστορία της αριστερής λογοτεχνίας υπάρχουν πολλά παραδείγματα πολιτικοποιημένης γραφής, που έχουν καθιερώσει την βαρετή ηρωική της παράδοση, αυτήν με την ξύλινη γλώσσα. Παρατηρούμε την εύκολη ιδεολογική προσέγγιση, της επικράτησης του περιεχομένου εις βάρους της φόρμας. Θεωρείτε πως τα συνθήματα, οι περιγραφές και μόνο των κοινωνικών αδικιών αρκούν για να ξεσηκώσουν τους αναγνώστες (παρά λίγο να έγραφα τις μάζες) και περιττεύει η αναγκαιότητα από ανεύρεση σπουδαίας λογοτεχνικής έκφρασης. Έτσι βασικό καθήκον του δημιουργού είναι οπωσδήποτε να σπάσει τα καθιερωμένα κλισέ. Να ξεφύγει από την ανιαρή παράδοση. Να βρει καινούργια ερεθίσματα και δρόμους, προς τις καρδιές των ανθρώπων. Μέσα από αυτή την οπτική γωνιά θα προσπαθήσω να εξετάσω το καινούργιο ποιητικό έργο το Κ.Κ. το βιβλίο «Σαντιγκάρ».
 
Η συλλογή αυτή δεν είναι αμιγώς πολιτική. Υπάρχουν και καθαρά προσωπικά ποιήματα όπως το τόσο τρυφερό «Την μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα…», το συγκινητικό «Πολλοί νεκροί στην Ναύπακτο εφέτος» και «Οι εξεγέρσεις υποκύπτουν στα αρώματα της άνοιξης». Το όλο πνεύμα του βιβλίου όμως είναι πολιτικό. Ο Κ.Κ. ανέκαθεν είναι ένας ανήσυχος ποιητής και βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο. Η ποίησή του μπορούμε να πούμε πως είναι η άλλη προέκταση του πολιτικού του είναι. Μόνο που ο Κ. είναι μακριά από πεπατημένες διαδρομές και από καθιερωμένες προσεγγίσεις. Του αρέσει να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, να σπάει τα κλισέ! Όχι μόνο σαν ποιητής, μα και σαν εκδότης ανακαλύπτει και προωθεί καινούργιες πρωτοποριακές μορφές. Ανέκαθεν λάτρης του υπερρεαλισμού, προσπαθεί μέσα από το έργο του να συμβιβάσει δυο εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστες τεχνικές – τον σαφή πολιτικό λόγο, με το εμπνευσμένο παραμιλητό της Κασσάνδρας.
 
Και το καταφέρνει!!!
 
Οι συνεχείς αναζητήσεις του στην φόρμα είναι αυτές που του ανοίγουν τους νέους ορίζοντες στην έκφραση, μακριά από το διδακτισμό και την βαρεμάρα. Τα ποιήματά του συγκινούν και ενθουσιάζουν. Το μυστικό του είναι πως η πορεία προς την γενίκευση πάντα περνάει μέσα από τις επώδυνες προσωπικές εμπειρίες και στοχασμούς. Έτσι οι αναζητήσεις του στην φόρμα δεν είναι μόνο ένας πειραματισμός, μα επιβεβαιωμένα βιώματα, που επιτυχώς τα εξωτερικεύει με το προσωπικό του ασυνήθιστο τρόπο. Και μόνο τους τίτλους των ποιημάτων να καταθέσει κανείς, αμέσως εισάγουν τον αναγνώστη σε μια φορτισμένη, ατμόσφαιρα, με έντονες αντιπαραθέσεις, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκαλέσουν εκρηκτικές καταστάσεις. Μοιάζουν με πολεμικά ανακοινωθέντα. Είναι η ατμόσφαιρα της κρίσης που βιώνουμε. Έχουμε λοιπόν:
 
«Μόνο ντουφέκια κι όνειρα»,
«Κοσμολογία μιας διαρκούς απληστίας»,
«Πεθαίνει και παραπεθαίνει η Ελλάδα»,
«Τα ποιήματα ασφυκτιούν»
«Δεν υποτάσσουν πάντοτε οι νόμοι»
«Το μέλλον με πόσα δάκρυα γράφεται» κ.λπ.
(Δεν έχω κάνει καμία επιλογή, τα έχω πάρει με την σειρά.)

 
Προχωρώντας στην καρδιά των ποιημάτων η αίσθηση διαρκούς κινδύνου αυξάνεται. Οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες:
 
«Οι πάνοπλοι υποχωρούν μπροστά στους άοπλους»
«Μοναδικοί στα χρονικά ικέτες αργοπεθαίνουμε κάτω από τα πόδια του Τειρεσία.»
«Γι αυτό σου λέω να τρομάζεις τις νύχτες: Θέλω να ξέρω πως είσαι ακόμη ζωντανός»
«Γενέθλια στιγμή ο θάνατος»,
«Αίμα ή φωτιά θα δείξουνε οι οιωνοί του μάντη» κ.λπ.
 
Κι εδώ δεν έχω κάνει επιλογές, απλώς ακολουθώ τη σειρά των ποιημάτων στη συλλογή. Η ρήξη, είναι το ζητούμενο και είναι η μόνη λύση. Τον ποιητή όμως δεν τον ενδιαφέρει μοναχά να αναγγείλει τις προφητείες του ή να περιγράψει τις καταστάσεις. Στην τέχνη, πρωταρχική σημασία έχει η φόρμα, αλλιώς γίνεται κήρυγμα κι ο Κ.Κ. αναζητάει δαιμονισμένα καινούργιους τρόπους έκφρασης. Και μας ξαφνιάζει με ευρήματα όπως:
 
«Αγγίζουμε τα όρια της σιωπής, περιττοί σαν τον μηχανοδηγό μιας αμαξοστοιχίας σε έκρηξη.»
«Μια παλιά κληματαριά φυτρώνει ίσκιους σ’ όσα αποσώσαμε.»
«Η ελευθερία μας στα όρια ενός μικρού γηπέδου μπάσκετ»
«Κιτρίνισαν τα φύλλα φθινοπώρου κι απόμειναν μεσίστια στο μπαλκόνι»
«Αν ο Λένιν ήτο επιπλοποιός κι ο Στάλιν απλός ομφαλοσκόπος,
Πόσοι κομισάριοι θα συνέχιζαν να εκδίδουν μεταμεσονύχτιες συλλογές.»
«Και ο Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκη, που αφού σκότωσε, ήρθε να χτυπήσει το κουδούνι του Μαγιακόφσκη» !!!

 
Είμαι σίγουρος πως και μόνο αυτές οι αράδες ήδη έχουν μαστιγώσει την περιέργεια του αναγνώστη. Μα τα πράγματα δεν σταματάνε εκεί. Υπάρχουν ποιήματα καθαρά πειραματικά όπως το «Μόνο ντουφέκια κι όνειρα» - ένα μικρό απόσπασμα:
 
«Ο νεκρός δεν φοβάται το θάνατο, ο νηστικός δεν τρέμει την πείνα, στον απελπισμένο δεν προσθέτει η απόγνωση, τον άρρωστο δεν καταβάλουν οι ασθένειες… οι αντάρτες δεν τρομάζουν τους τρομαγμένους, στα γουρούνια δεν χρειάζεται Κίρκη».
 
Κι εκεί που στο τέλος του νομίζουμε πως κλείνει ο κύκλος, μια που οι προτελευταίες αράδες είναι:
 
«Οι λέξεις λεχώνες φέρνουν την άνοιξη…(και ξανά) οι πεθαμένοι παραμένουν αθάνατοι, οι νεκροί δεν υπολογίζουν τη ζωή, η ζωή θα πλημυρίσει τον κόσμο, ο κόσμος…» … η τελευταία λέξη του ποιήματος είναι: «ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ» κι όλα αρχίζουν από την αρχή και μάλλον θα περιμένουμε σε μελλοντικές δημιουργίες του Κώστα τη συνέχεια αυτού του ποιήματος, ή μάλλον τις μεταλλάξεις του! Κάπου σαν διάλογος με αυτό το ποίημα είναι το: «Πεθαίνει και παραπεθαίνει η Ελλάδα», μόνο που ο ποιητής δεν αναζητεί εδώ το παράδοξο, μα καταγράφει σκηνές που είναι χαρακτηριστικές για την όλη κατάσταση:
 
«Ανοίγουν ένα κατακόκκινο κάκτο στη μέση της πλατείας Συντάγματος… συνομιλούν με εγκλήματα, χάνονται άβουλοι στα βάθη της γης, ξεχνιούνται στα ξένα, αρκούνται στο λήθαργο, χειρονομούν μάταια, χειροκροτούν αδέξια, χαροπαλεύουν.»
 
Κι έρχεται κι εδώ το ξαφνικό κι ανατρεπτικό φινάλε:
 «Γι αυτό σου λέω να με τρομάζεις τις νύχτες. Θέλω να ξέρω πως είμαι ακόμη ζωντανός».
 
************
 
Μέσα σ’ αυτή την αναζήτηση είναι και τα δύο ποιήματά του σε μορφή πεζού λόγου το « Ελαττωματικός ενταφιασμένος ελέφαντας» και το «Εγώ πυροβόλησα το Άντι Γουόρχολ».
 
 
Το πρώτο αρχίζει περίεργα. Η εισαγωγή του είναι διαφορετικές εικόνες που προκαλούν ποικιλία συνειρμών και συχνά αντικρουόμενων αντιδράσεων. Η ειρωνεία συναντά την πικρία. Και μετά έχουμε την εξής εισαγωγή:
« Την ώρα που το χάραμα ακολουθεί εργάτριες στην είσοδο…»
(εδώ ο αναγνώστης περιμένει να ακούσει ότι βρίσκονται στην είσοδο εργοστασίου, μηχανουργείου υφαντουργείου κ.λπ., ακολουθώντας τις γνωστές παραστάσεις της αριστερής λογοτεχνικής παράδοσης, ο Κ. Κ. τον οδηγεί «…στην είσοδο του μηχανογράφου γραφέα, ατενίζοντας την ανατολή στο υπόγειο της φαντασίας». Σε λίγο όμως ο ποιητής θα αφήσει στην άκρη τις αναδιπλώσεις της φαντασίας και το μαύρο χιούμορ και θα μιλήσει για πράγματα βίαια και ωμά. Θα αναφερθεί σε μια σειρά θυμάτων της αστυνομικής βίας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Γεγονότα, που η συνολική συνείδηση προσπαθεί να ξεχάσει, να τα αποβάλει, να τα κουκουλώσει όπως όπως για να μην εμποδίζουν την πρόσβασή μας στην ανεμελιά. Το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα ελαττωματικό ενταφιασμένο ελέφαντα. «Ελαττωματικός» – επειδή αν κι ενταφιασμένος, συνεχίζει να υπάρχει και να διατηρεί την ελεφάντινη μνήμη του:
 
«Τα δέντρα κι οι ελέφαντες παραμένουν φυλλοβόλα, αργόσυρτα κι ανθεκτικότερα της βροχής που προσπαθεί μάταια να ξεπλύνει τα εγκαύματα του θέρους και τα παγωμένα χαμόγελα του χθεσινού χειμώνα.»
 
Οι αλληγορίες ακολουθούν η μία την άλλη κι ενώ είναι συναρπαστικές, παραμένουν απλές και κατανοητές.
 
«…το σκοτάδι εξακολουθεί να ξεπλένει το χώρο»
«ο μινώταυρος να καταπίνει τους νέους»…
«Οι πλατείες βάφονται στο κόκκινο μιας αστραπής που οφείλει να βλαστήσει». Αυτή η τελευταία σειρά περιέχει το νόημα της όλης δημιουργίας του Κ.Κ. – η ζωή είναι η αγωνία κι η αναμονή αυτής της μοιραίας στιγμής - του ξεσπάσματος, της μεγάλης ρήξης.
 
 
Στο άλλο ποίημα σε πεζό λόγο – στο «Εγώ πυροβόλησα το Άντι Γουόρχολ», τα πράγματα είναι κάπως πιο ομαλά. Μετά από μια θα έλεγα νοσταλγική αναδρομή σε εικόνες και πρόσωπα μιας άλλης εποχής, ίσως λιγότερα εξελιγμένης, μα σαφώς πιο ρομαντικής κι αγωνιστικής. Ο απολογισμός για τα περασμένα χρόνια είναι θλιβερός:
 
«Αναλύσεις που χάθηκαν σε μια λασπωμένη στροφή σε τούνελ αγροικιών»
«Μοναξιά- μοναξιά – μοναξιά, σφυρίγματα τρένων κι ο κόμπος ολόγυρα ίδιος γραβάτα που σου φόρεσαν άπαξ για επικήδειο. Το παλιό με το καινούργιο του αιώνα να χάνονται στο μετέωρο πλατύσκαλο της απόφασης που διαβάζεται κι ατολμία. Χάραξη, χαράματα, χάρακας, μιας ιδιότυπης ακινησίας στο κενό. Ρίζα που μόλις να συσπάται, στάσιμα νερά ρέοντα λόγια άκαμπτα. Πολιτική η ουσία της νύχτας;»

 
Το τέλος του ποιήματος είναι ξεκάθαρο:
«Πόσα ονόματα σε ανώνυμα εγχάρακτα τόξα! Κι όμως για τα έργα και τις ημέρες μας ο λόγος που φέτος τέλειωσαν νωρίς, πριν καν αρχίσουν…»

 
************
 
Και το Σαντιγκάρ; Τι είναι το Σαντιγκάρ που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή και υπάρχει, και σε δεύτερο ποίημα: «Σαντιγκάρ 2». Είναι η πόλη πρότυπο στην Ινδία, έργο του γάλλου αρχιτέκτονα Λε Κορμπυζιέ, φτιαγμένη με απόλυτο πολεοδομικό σχέδιο, σχεδιασμένη να είναι η ιδανική τόσο στις αναλογίες με το πράσινο και τη φύση, με τους ίσιους καθαρούς δρόμους και τα κτήρια της με εμπνευσμένη αρχιτεκτονική κ. λπ. που θα μπορούσε να την συγκρίνει κανείς με την Ουτοπία, αν δεν υπήρχαν γύρω της τα εκατομμύρια εξαθλιωμένων και πεινασμένων. Θα μπορούσε κανείς να την παρομοιάσει με την γυαλιστερή βιτρίνα της σύγχρονης κοινωνίας, που όμως μέσα της κρύβει τόσες αντιθέσεις και δράματα. Ένα αξιοθέατο, χωρίς νόημα, μέσα στην τόση φτώχεια, που οι οικοδομές του σιγά σιγά, (σαν αρκετά από τα Ολυμπιακά έργα) αργοπεθαίνουν παραμελημένες κι ερειπώνονται.
 
Στο πρώτο ποίημα «Σαντιγκάρ» ο Κ.Κ. λέει: –
«…μιας οικουμένης ανήμπορης να ιστορήσει σε νεκρούς τα’ απόβλητα αιώνιας πλήξης.
Απρόβλεπτοι κι εμείς, έξω από τις πύλες τις κοκκινόμαυρες
Υψώνουμε και κλαίμε εκλιπαρώντας διαρκή συμπόνια των κοράκων.
Νέες στρατιές ανέργων

 
Προέχει η ασφάλεια των κάστρων
Στα άγρυπνα μάτια μιας εξουσίας οχυρωμένοι
ας κλείσουμε για πάντα τ’ όνειρό μας ενωμένοι
στο κίνδυνο μιας διαρκούς αφλογιστίας των οστράκων
 
Την θλίψη μας ας ζήσουμε προσωρινά ταμπουρωμένοι.
Μέχρι την άνοιξη που ασφυκτιά να περιμένει.»

 
Στο «Σαντιγκάρ 2» περιγράφονται με σαφήνεια όλα τα οδυνηρά συμβάντα που έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα της πόλης πρότυπου:
«Τουλάχιστον πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες άλλοι είναι παγιδευμένοι κάτω από τα συντρίμμια οροφής…».
 
Ακολουθούν παρόμοιες εικόνες σε άλλα σημεία το πλανήτη:
«Μια αγκαλιά η θάλασσα. Κάπου στα βάθη της Λαμπεδούζας άλλοι τριακόσιοι νεκροί που δεν ανασύρονται – δεν έχουνε πού να πάνε απόψε.»
Κι ακολουθεί εκείνο το τρομερό φινάλε με τον Ρασκόλνικοφ, που χτυπάει το κουδούνι του Μαγιακόφσκη.
 
Κι όμως υπάρχει και τρίτο ποίημα Σαντιγκάρ!!! Πρόκειται για το πρωτοποριακό «ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ…» όπου ο Κ.Κ. πειραματίζεται με την διάταξη των στίχων στο χώρο. Εντελώς ανορθόδοξα «σπάει» τον στίχο, τοποθετώντας μόνο από μία λέξη σε κάθε σειρά η μία κάτω από την άλλη. Έτσι όλο το ποίημα μοιάζει με μια τέλεια πολεοδομικά χτισμένη πόλη πρότυπο, με τις αραδιασμένες στη σειρά πολυκατοικίες της – μικρά αρχιτεκτονικά θαύματα, τους ίσιους δρόμους και το πολύ πράσινο, μόνο που το περιεχόμενο αυτών των στίχων είναι τρομαχτικό:
 
«ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ
πόλης
των
ζωντανών
Σχεδιάστηκαν
και υλοποιήθηκαν
στις πόλεις
δορυφόρους
κάποιων
δυτικών
μεγαλουπόλεων
και
στις
πόλεις
σύμβολα
του
Μοντερνισμού
όπως
η
Μπραζίλια
η Οκτάνα του
κύριου Εμπερικού
και
η Σαντιγκάρ…».

 
Πιο κάτω στη θέση της Πόλης των ερειπίων, έρχεται η Πόλη των νεκρών, μετά η Πόλη των θυλάκων, Η πόλη των θανάτων, Η πόλη των φυλακών και στο τέλος και πάλι το εκπληκτικό φινάλε:
 
«Πόλεις
Βασανιστηρίων
και βίας
σε αστυνομικά
τμήματα μιας
Ομονίας.»

 
 
************
 
Για το τέλος άφησα δύο καθαρά προσωπικά ποιήματα του Κ.Κ. τα: «Πολλοί νεκροί στην Ναύπακτο εφέτος» και το «Την μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα…».
 
Στο πρώτο - «Πολλοί νεκροί στην Ναύπακτο εφέτος» επαναλαμβάνονται κάθε τόσο τρεις φράσεις κλειδιά: «Τα κείμενα πρέπει να γράφονται αισιόδοξα» - ακριβώς επειδή το μόνο που δεν υπάρχει στο ποίημα είναι η αισιοδοξία, η δεύτερη: «Δεν θα μιλήσουμε για θάνατο απόψε» και η τρίτη:
 
«Θα θελα τόσο πολύ να ζουν οι ψυχές».
«Θα θελα τόσο πολύ να ζουν οι ψυχές
Να καθίσουμε όλοι μαζί στο τραπέζι
ολόγυρα στο σαλόνι με βαλς
Κάποιος ν’ ανοίξει μ’ ένα «κλικ» το ραδιόφωνο
Έπειτα θ’ ανταλλάξουμε στα κρυφά παγωμένα χαμόγελα
Θα μιλήσουμε για το χειμώνα που φέτος πέρασε βαρύς
Τη δίχως ελπίδες άνοιξη. Τα πένθη και τα πένθιμα αύριο».

 
Είναι σχεδόν διάφανη και συγκινεί η λαχτάρα του ποιητή και η προσμονή του για την «Ανάσταση των νεκρών». Ναι, πέρας από δογματισμούς και τις ντιρεκτίβες που δίνουν οι ινστρούχτορες, όλοι βαθιά μέσα μας προσμένουμε την Ανάσταση των αγαπημένων μας νεκρών! Έτσι είναι το ανθρώπινο! Κι άντε, αν επιμένουν, για λόγους ιδεολογικούς, ας ονομάσουν την Ανάσταση – αλληγορία της Επανάστασης!
 
 
Το πιο συγκινητικό ποίημα της συλλογής είναι «Την μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα…» δεν θα μπω σε αναλύσεις, πρέπει κανείς να το διαβάσει. Αρχίζει σχεδόν σαν ταινία τρόμου:
 
«Την μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα
πλάι στην ραπτομηχανή της
που άρχισε να λειτουργεί αυτόματα…»

«…Χρόνια νεκρή στρίφωνε και ξεστρίφωνε τα σάβανα του αιώνα
Μέχρι που το σώμα της άρχισε να τραντάζεται σύγκορμο.
Παραλίγο να πέσει και να χτυπήσει το κάδρο».

 
Το φινάλε είναι ανατριχιαστικό:
«Άλλοτε πάλι ξαπλώνω πλάι της
με φυλαχτό
ένα γυαλί
στο στόμα».

 
Έτσι γράφεται η μεγάλη ποίηση!
 
Και δεν θα ήθελα να πω κουβέντα παραπάνω για να κλείσω το κείμενο, ή να αιτιολογήσω τις θέσεις μου.
 
Ο φίλος – ποιητής Κώστας Κρεμμύδας τα έχει πει όλα!
 
 
*Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης είναι συγγραφέας

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine