Κώστας Δρουγαλάς «Νομίζω ότι δεν πρέπει να περιοριστούμε στο μικρό δικαίωμα ζωής που μας αφήνουν οι καταστάσεις» - paratiritis-news

Κώστας Δρουγαλάς «Νομίζω ότι δεν πρέπει να περιοριστούμε στο μικρό δικαίωμα ζωής που μας αφήνουν οι καταστάσεις»

23.07.2016 13:36

Συνέντευξη: Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη

«Η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη ίσως είναι τα δύο βασικά προαπαιτούμενα για να διεκδικήσει ένας άνθρωπος κάτι παραπάνω»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Τον νεαρό φιλόλογο και συγγραφέα Κώστα Δρουγαλά είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε εκ του σύνεγγυς στο στούντιο του «Ράδιο Παρατηρητής 94fm» και να συνομιλήσουμε για το πρώτο του μυθιστόρημα-νουβέλα το χαρακτηρίζει ο εκδοτικός οίκος- με τίτλο «Το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν». Μια συζήτηση γνωριμίας με έναν συγγραφέα που εμφανίζεται για πρώτη φορά ως δημιουργός, είναι όμως εδώ και αρκετό καιρό παρών, έχοντας δημοσιεύσει σε ηλεκτρονικά περιοδικά πεζογραφία, αλλά και γράφοντας εντατικά κριτική βιβλίων, συζήτηση γνωριμίας με τον ίδιο αλλά και το εργαστήρι της γραφής του.
 
Κώστας Δρουγαλάς όμως… 

«Όταν ο ήρωας νοιώθει ότι η πραγματικότητα τον αλλοιώνει, πλάθει με τη φαντασία του τον Μπομπ Ντύλαν απέναντί του να τον συμβουλεύει» 

ΠτΘ: Στο εξώφυλλο του βιβλίου φαίνεται η Θεσσαλονίκη και η περίφημη αγορά Καπάνη, από ψηλά, σε μια εξαιρετική φωτογραφία που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής, της Ανδρονίκης Χρυσάφη. Το όλο βιβλίο είναι τυπογραφικά προσεγμένο. Όταν λέτε Ντύλαν εννοείτε τον γνωστό Μπομπ Ντύλαν;
Κ.Δ.:
Ναι, τον τραγουδοποιό Μπομπ Ντύλαν. Τον γνωρίζουμε όλοι και γνωρίζουμε κάποια τραγούδια του. Για κάποιο λόγο, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Ντύλαν. Όταν ήμουν πολύ χαρούμενος ή πολύ λυπημένος ή και σε ενδιάμεσες καταστάσεις, πάντα τα τραγούδια του Ντύλαν με βοηθούσαν να ανταπεξέλθω σε διάφορες φάσεις και δεν είναι τυχαίο ότι μπορώ να θυμηθώ ολόκληρα τραγούδια του απ’ έξω. Η αγάπη μου γι’ αυτόν εκδηλώθηκε στην Β’ Γυμνασίου. Σημειώνω ότι ο Ντύλαν εμφανίζεται ο ίδιος στο βιβλίο ως ονειροφαντασία, στο πλαίσιο των αναγκών τού πρωταγωνιστή του βιβλίου, ο οποίος κάθε φορά που νοιώθει ότι η πραγματικότητα τον αλλοιώνει, πλάθει με τη φαντασία του τον Μπομπ Ντύλαν που είναι το ίνδαλμά του, να εμφανίζεται απέναντί του και με κάποιο τρόπο να τον συμβουλεύει. Δηλαδή γίνεται κάτι σαν γκουρού, και τον βοηθάει να ανταπεξέλθει σε όλες τις καταστάσεις. Στο μυθιστόρημα εμφανίζονται εμμέσως και ο Γούντι Γκάθρι, ο δάσκαλος μουσικής του Μπομπ Ντύλαν αλλά και ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, αγαπημένος ιταλός τραγουδοποιός, ο αντίστοιχος Διονύσης Σαββόπουλος της Ιταλίας θα έλεγα και επίσης επηρεασμένος από τον Μπομπ Ντύλαν.
 
ΠτΘ: «Χρησιμοποιείς» τον Ντύλαν ως μουσικό ή ως άνθρωπο;
Κ.Δ.:
Τον εντάσσω μάλλον με έναν ενδιάμεσο τρόπο. Εμφανίζεται και στ’ αλήθεια, λέει πράγματα τα οποία μάλλον θα μπορούσε να είχε πει, έχω διαβάσει έντεκα βιβλία για τον Ντύλαν και ξέρω υπερβολικά πολλά πράγματα γι’ αυτόν. Πρόπερσι είχε έρθει για δύο συναυλίες, μία στη Θεσσαλονίκη και μία στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη είχα πάει, και για να πάω στην Αθήνα χρειάστηκε να πάρω άδεια από τη δουλειά μου. 

«Η αγωνία και η μελαγχολία της Θεώνης είναι βαθιά υπαρξιακή» 

ΠτΘ: Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν ο Βασίλης και ο Πέτρος που είναι αδέλφια και η Θεώνη, η παχύσαρκη καταθλιπτική τους μητέρα, η οποία κρατά ημερολόγιο και σημειώσεις της καταχωρούνται στο μυθιστόρημα…
Κ.Δ.:
Η Θεώνη γράφει ένα ημερολόγιο το οποίο με κάποιο τρόπο την κάνει να μοιάζει βγαλμένη από «Το βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα. Η αγωνία της και μελαγχολία της είναι βαθιά υπαρξιακή. Δεν έχει να κάνει μάλλον με τα γνωρίσματα της κατάθλιψης, έτσι όπως της γνωρίζουμε από την ψυχιατρική. Πηγαίνει πολύ πιο βαθιά, και ίσως όλη της η ζωή, με βάση το ημερολόγιο, να σχετίζεται με τον σύζυγό της, έναν λαθρέμπορο της Ιταλίας που την είχε εγκαταλείψει. 

«Ο συγγραφέας- αναγνώστης και θαυμαστής του Τζον Στάινμπεκ» 

ΠτΘ: Εντυπωσιάζουν ορισμένοι όροι του βιβλίου σου, που έχουν να κάνουν και με την υφιστάμενη πραγματικότητα την οποία βιώνουμε όλοι και πολύ περισσότερο εμείς ως νεότεροι: ανεργία, κατάθλιψη, οικογενειακή βία, η περίπτωση του αστυνόμου ο οποίος μάχεται με το δικό του σκοτάδι, ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα. Ουσιαστικά καταγράφεις τη δική σου πραγματικότητα για όλα αυτά τα οποία ζούμε, μέσα από τους ήρωές σου;
Κ.Δ.:
Αυτή ήταν η αρχική πρόθεση. Δεν ξέρω αν το κατάφερα τελικά. Με κάποιο τρόπο η πρώτη ιδέα για το βιβλίο είχε έρθει το 2012. Τα δύο προηγούμενα χρόνια είχα διαβάσει πολύ Τζον Στάινμπεκ και με κάποιο τρόπο μου άρεσε το γεγονός ότι υπήρχε κάποτε ένας συγγραφέας ο οποίος έγραφε πάρα πολύ απλά, και ήταν ίσως ο μοναδικός αποτυπωτής ολόκληρου αυτού του αμερικανικού παρελθόντος της οικονομικής κρίσης του κραχ του 1929, της μετέπειτα κατάθλιψης, της εσωτερικής μετανάστευσης στις ΗΠΑ και έτσι ήθελα να υπάρχει ως κάδρο στο βιβλίο η κρίση. Τελικά μπορεί να μην το κατάφερα πολύ καλά, γιατί δεν υπάρχει μόνο ως κάδρο, έχει μπει και μέσα στους χαρακτήρες και αυτό αποτυπώνεται και στους διαλόγους πολλές φορές.
 
ΠτΘ: Μήπως αυτό είναι περισσότερο επί της ουσίας; Είναι πολύ σημαντικό να αντικατοπτρίζεται η κοινωνία της εποχής του εκάστοτε λογοτέχνη στους ήρωες, έτσι τουλάχιστον υποστήριζαν οι παραδοσιακοί της λογοτεχνίας. Ξεκινάς το βιβλίο, με ένα μότο από το «Φεγγάρι που κατέβηκε χαμηλά» του Τζον Στάινμπεκ, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη, που ανταποκρίνεται στην πορεία των ηρώων σου: «έχουμε κάποιο μικρό δικαίωμα ζωής, μέσα σε όλον αυτό το θάνατο.» Ποιος είναι λοιπόν ο Βασίλης Μελινός, ο γιος της Θεώνης Μεταξά, ο πρωταγωνιστής σου;
Κ.Δ.:
Ο Βασίλης Μελινός, είναι ένας νέος ο οποίος εργάζεται σε δύο δουλειές προκειμένου να τα βγάλει πέρα. Η μητέρα του η παχύσαρκη, καταθλιπτική Θεώνη δεν εργάζεται, το ίδιο και ο μικρός του αδελφός ο Πέτρος Μελινός, ο οποίος έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή να γυρνάει σε λαϊκές αγορές, σε βιοτεχνίες, σε πιάτσες ταξί, σε πάρκα όπου μένουν άστεγοι, προκειμένου να τους παίξει τραγούδια του Ντύλαν, γιατί πιστεύει ότι με αυτό τον τρόπο θα τους καθησυχάσει, θα τους ανακουφίσει, θα τους πάρει λίγο το βάρος από τις πλάτες. Ο Βασίλης Μελινός, ο μεγαλύτερος αδελφός, με κάποιο τρόπο έχει υποκαταστήσει το ρόλο του πατέρα, δηλαδή έχει γίνει πατέρας και για τη μητέρα του, αλλά και για τον μικρό του αδελφό, και το μοναδικό στήριγμα που έχει είναι ο ζεστός κόρφος της Αδριανής, της κοπέλας με την οποία είναι, μάλλον, κρυφά ερωτευμένος. Ξεκινάει μια ερωτική ιστορία που εκδηλώνεται δειλά στην αρχή, σε αντίθεση με τις ερωτικές ιστορίες που συνήθως ακούει κανείς, είτε στη λογοτεχνία είτε στην πραγματικότητα, αλλά σταδιακά είναι ελπιδοφόρα και το πράγμα μάλλον πηγαίνει αρκετά καλά. Οπότε στον Βασίλη Μελινό βοηθάει πάρα πολύ η ύπαρξη της αγάπης το να συνεχίζει να πιστεύει. Είναι αυτό το μικρό δικαίωμα ζωής που έχει μέσα στο θάνατο της κρίσης.
 
ΠτΘ: Δεν σε προβλημάτισε μήπως βγάλεις προς τα έξω μια, με «παλιά υλικά», κλασική ιστορία;
Κ.Δ.:
Για κάποιο λόγο δεν με ενδιέφερε αν το αποτέλεσμα είναι φορμαλιστικό ή αν με κάποιο τρόπο θα θυμίζει μια αγγλοσαξονική αφήγηση. Μου αρέσουν τα βιβλία με αρχή, μέση και τέλος, μου αρέσουν τα ογκώδη βιβλία, οπότε κάτι τέτοιο ήθελα να αποτυπώσω.
 
ΠτΘ: Φιλόλογος, επιμελητής βιβλίων, αναγνώστης λογοτεχνίας, ήταν τόλμημα το πέρασμα στην αντίπερα όχθη της συγγραφής;
Κ.Δ.:
Η αλήθεια είναι ότι και η σχέση μου με τη λογοτεχνία και ως «γραφιάς» υπάρχει από πολύ παλιά. Έχει περίπου μια δεκαπενταετία, απλώς κρατούσα τα γραπτά μου στο συρτάρι μου. Ήταν περίοδοι που έγραφα, γιατί ένοιωθα εγώ καλά.
Γύρω στα δεκαπέντε μου μάλιστα είχα προσπαθήσει να γράψω και κάποια ποιήματα, επειδή άκουγα τότε φανατικά Pink Floyd, αλλά δεν τα κατάφερα. 

«Δεν πρέπει να περιοριστούμε στο μικρό δικαίωμα ζωής, όπως οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες του βιβλίου που δεν έχουν δυνατότητα για κάτι παραπάνω» 

    

ΠτΘ: Αν έβγαινες έξω από το περιβάλλον του μυθιστορήματος, θα έλεγες ότι η κρίση στην κοινωνία μάς επηρεάζει ως άτομα με τον ίδιο τρόπο που επηρεάζει και τους ήρωές σου, μεταφέροντας την εμπειρία σου από το χώρο που ζεις και εργάζεσαι, τη Θεσσαλονίκη…
Κ.Δ.:
Απ’ όσο γνωρίζω η Θεσσαλονίκη πρέπει να είναι η πρώτη πόλη στην ανεργία στην Ελλάδα. Το μυθιστόρημα αποτυπώνει με κάποιον τρόπο την κοινωνική κρίση και όσον αφορά στο μικρό δικαίωμα ζωής, νομίζω ότι υπάρχει γενικότερα, αλλά νομίζω ότι δεν πρέπει να περιοριστούμε στο μικρό δικαίωμα ζωής. Οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες του βιβλίου δεν έχουν δυνατότητα για κάτι παραπάνω. Το μάξιμουμ των δυνατοτήτων τους είναι αυτό που επιτυγχάνεται στις τελευταίες σελίδες.
 
ΠτΘ: Ποιο είναι το μάξιμουμ των δυνατοτήτων που επιτυγχάνεται στις τελευταίες σελίδες;
Κ.Δ.:
Η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη ίσως είναι τα δύο βασικά πράγματα για να διεκδικήσει ένας άνθρωπος κάτι παραπάνω. Οι άστεγοι του βιβλίου, δύο χαρακτήρες που μένουν σε ένα φανταστικό πάρκο στη Βασιλίσης Όλγας, το Πάρκο των Αγγέλων, με κάποιο τρόπο διεκδικούν και καταφέρνουν να κερδίσουν τη συντροφικότητα, όλοι τους εκτός από έναν. Αν τώρα μια γενιά έκανε κάποια πράγματα στραβά, μια και αναφερθήκατε στην ευθύνη των προηγούμενων γενιών, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να πάρει όλη τη γενιά η μπάλα χωρίς λόγο. Και σίγουρα αυτή τη γενιά της ακρισίας, όπως γράφει το οπισθόφυλλο, δεν μπορούσε να γνωρίζει κάποια πράγματα.
 
ΠτΘ: Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί ή προσθέτει το δικό σου μυθιστόρημα στη λογοτεχνία της κρίσης;
Κ.Δ.:
Νομίζω ότι απλώς παρατηρεί την κρίση. Δεν μπαίνει στη διαδικασία να καταγγείλει κάτι ή κάποιον, απλώς εμφανίζεται στο κάδρο. Δεν μπαίνει κανένας πρωταγωνιστής στη διαδικασία να καταγγείλει κάποιον ή κάτι, γιατί πολύ απλά υπάρχουν ήδη άλλα προβλήματα που πρέπει να λυθούν και για να είμαι ειλικρινής και η δική μου αρχική πρόταση δεν ήταν να καταγγείλω. Δεν ξέρω αν είναι καλή περίοδος να καταγγείλει κανείς κρίσεις.
 
ΠτΘ: Ποιο είναι το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν;
Κ.Δ.:
Δεν υπάρχει το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν. Είναι ένα όνειρο που το έχει πλάσει ο Πέτρος Μελινός ο οποίος πιστεύει ότι ο Μπομπ Ντύλαν, από την ηλικία των 17, όταν έφυγε από το σπίτι του για να πάει στη Νέα Υόρκη και να επισκεφθεί το είδωλό του τον Γούντι Γκάθρι που πέθανε σε ένα νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, μέχρι και πέρυσι που ήταν 74 ετών έγραφε ένα τραγούδι πολλών χιλιάδων στίχων, σαν έπος, κάτι σαν την «Οδύσσεια», που οποιοσδήποτε το ακούσει θα μπορέσει να ξεπεράσει όλα του τα προβλήματα. Θα μπορέσει να ξεπεράσει την ανεργία, τη φτώχεια, την περιφρόνηση, την κατάθλιψη, τη μελαγχολία, τα προβλήματα επιβίωσης…

Υ.Γ.: Τη συνέντευξη του Κώστα Δρουγαλά στο Ράδιο Παρατηρητής μπορείτε να την ακούσετε και στο mixcloud του ραδιοφώνου

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine