Του Αη Νικόλα

07.12.2016 10:37

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Ο Άγιος Νικόλαος, ο Αη Νικόλας όπως συνήθως τον λέμε, είναι αγαπημένος άγιος, απόλυτα ταιριαστός με έναν λαό που τον έζησαν η θάλασσα και τα καϊκια. Ο Αη Νικόλας είναι ακόμη ο άγιος της νησίδας του Πόρτο Λάγος αλλά και ο άγιος προστάτης της Αλεξανδρούπολης που τον γιόρτασε χθες. 

 
Aπό την Αλεξανδρούπολη τη θαλασσοφίλητη κατάγονται οι συγγραφείς και των δυο κειμένων που φιλοξενούμε ακολούθως και είναι αφιερωμένα στον προστάτη των ναυτικών άγιο. Στον Αη Νικόλα που έμεινε άπαξ δια παντός στο νου, ακόμη και των στεριανών, από τις σελίδες του Καρκαβίτσα και τα «Λόγια της πλώρης» του. Εξάλλου το πάλαι κι όταν ακόμη δεν είχε μεσολαβήσει η φούσκα της πλαστής ευδαιμονίας δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει συγγενή στα καράβια.
 
Συμπυκνωμένη η μνήμη και η συγκίνηση λοιπόν ανήμερα της γιορτής του Αγίου, «είτε πιστεύουμε είτε δεν πιστεύουμε» όπως έγραφε στη σελίδα του στο fb o συγγραφέας του πρώτου κειμένου Γιώργης Κολιόπουλος που μας ταξιδεύει στα νερά της Αλοννήσου και μας συστήνει τον ναυτικό αλλά και οικογενειάρχη Αρίσταρχο, με μια ιστορία που αδρά καταγράφει τους δρόμους αλλά και τους λόγους της καταφυγής μας στον Άγιο.
 
Συμπυκνωμένη μνήμη και συγκίνηση και στο δεύτερο κείμενο της σελίδας της αλεξανδρουπολίτισσας αλλά και ικαριώτισσας από τους γονείς της, Ελένης Σκάβδη… Που μας ταξιδεύει στο νησί της και  στα παιδικά της χρόνια, ως μία εκ  του θηλυκού κουαρτέτου του παπα-Παντελή και της Καλλιώς Σκάβδη, και όχι μόνον, αφού λίγο πιο κει ανταμώνει το «Αλεξανδρινό κουαρτέτο»…
Γιώργης Κολιόπουλος, Ελένη Σκάβδη όμως… Τ.Β. 

«Το φεγγάρι ξάπλα, ο καπετάνιος όρθιος...» 

Του Γιώργη Κολιόπουλου*

‘Ηταν στο τελείωμά του το φεγγάρι και ξαπλωμένο κατά τις έντεκα το βράδυ, όταν ο Αρίσταρχος, σαραντάρης ψαράς από την Αλόννησο, γύρισε το κλειδί στη μίζα κι έβαλε μπρος τη μηχανή της δεκάμετρης τρεχαντήρας του...Ο γιος του δεκάξι χρόνων γεροδεμένος κρεμανταλάς στην ακμή της εφηβείας του ανακλάδωσε στην κουκέτα το κορμί του και ξαναβούτηξε στο νανούρισμα της ντιζελομηχανής, ροχαλίζοντας...Τον είδε τρυφερά ο ψαράς και μεγάθυμα μονολόγησε, «άστον το έρμο να κοιμηθεί, τον ρήμαξε η διάρροια δυο μέρες...» και σήκωσε την καδένα με το τεσσαροχάλι να πάει να μαζέψει το απογευματινό παραγάδι πριν το μαδήσουν οι φώκιες έξω από τον Πλανήτη της ερημονησίδας κυρα-Παναγιάς.
 
«Το φεγγάρι ξάπλα, ο καπετάνιος όρθιος...» μονολόγησε, άναψε τα φώτα πλεύσης κι έβαλε πορεία για την μπούκα του φυσικού καναλιού... Άνοιξε και το GPS βρήκε τα στίγματα απ’ τις σημαδούρες και άναψε το πρώτο τσιγάρο της βραδιάς... Ήσυχη νύχτα και ζεστή για την εποχή, αλλά το ξαπλωμένο φεγγάρι τον αγρίευε λιγάκι...
 
Χίλια οχτακόσια αγκίστρια, θα ξημέρωνε στο μάζεμα αν πήγαιναν όλα καλά, και μετά θα κινούσε κατευθείαν για το Πατητήρι, προπαραμονή του Αη Νικολάου να δούνε και τον γιο του τα γιατρούδια στο κέντρο υγείας, που είχε ανοίξει ο πισινός του, τσάμπα το ρύζι και το τσάι που τον ταΐζε δυο μέρες... Έπιασε με το γάντζο την πρώτη σημαδούρα, κατέβασε στροφές κι άρχισε να μαζεύει το παραγάδι στο πλαστικό κοφίνι ξεψαρίζοντας τα πιασμένα ψάρια στο ψυγείο του πάγου... Τέλειωσε το πρώτο παραγάδι εξακόσια αγκίστρια κι έπιασε το δεύτερο χαμογελώντας ικανοποιημένος... Λίγα κομμένα παράμαλα και καλούτσικα ψάρια… Έτσι πήγαινε το μάζεμα και κόντευαν δύο το πρωί όταν ζήτησε τσιγάρο...Το πακέτο άδειο κι έδωσε ένα σάλτο στην ανοιχτή καμπίνα να πάρει άλλο...
 
Δεν πρόλαβε να ψάξει στο μισόφωτο της καμπίνας και το μάτι του έπεσε στην κουκέτα που κοιμόταν ο γιος του Νικόλας... Η κουκέτα άδεια..!!! «Νικόλα» έβαλε φωνή που ακούστηκε πιστολιά στο κρύο πέλαγο! Έδεσε πρόχειρα ένα καλαθούρι στο μισομαζεμένο παραγάδι, έκοψε τη μάνα κι άναψε τα φώτα όλα του καϊκιού... Αλαφιασμένος φώναζε το παιδί κι έσκυβε σε κάθε ανοιχτό ταμπούκι με το φακό ερευνώντας τα σωθικά του σκάφους... Πόσο κράτησε αυτή η εναγώνια έρευνα, δυο λεπτά, τρία, πες πέντε εσύ...
 
Το καΐκι με τη μηχανή στο ρελαντί, λικνίζονταν στην ήσυχη θάλασσα κι ο Νικόλας πουθενά... Πιο κίτρινος κι από θειάφι ο Αρίσταρχος γύριζε τρίτη φορά το καΐκι κι έψαχνε φωνάζοντας το παιδί, πρύμα πλώρα... Πουθενά... Τρελάθηκε ο πατέρας... «Να’ το το ξαπλωμένο φεγγάρι παλιομαλάκα... παραμονή του Αη Νικόλα σ’ έφαγε το ταμάχι…» -μονολόγησε...! Του ‘ρθε του αλίπαστου άνδρα ένας λυγμός και σήκωσε το ραδιοτηλέφωνο να καλέσει το λιμενικό και τα παραπλέοντα για βοήθεια... Μισοπεθαμένος από τύψεις και αγωνία άρχισε να φωνάζει τρεις η ώρα το πρωί σε επανάληψη...: «Το λιμεναρχείο Αλοννήσου ακούει..;;’’ Τίποτε δεν ακουότανε από το ραδιοτηλέφωνο... μέσα σε δέκα λεφτά χώνεψε όλη του η ζωή κι έγινε μια μπάλα αλάτι στο λαιμό του... «Πώς δεν τον είδα, πώς δεν το είδα...». Κι ανάπλαθε στο μυαλό του φανταστικές εικόνες που πιθανολογούσε ότι έγιναν πίσω απ’ την πλάτη του όσο μάζευε το παραγάδι... Όλες κατέληγαν στο αδιέξοδο της απουσίας... Σε τόσο μικρό χώρο, μόνο μια εκδοχή απαντούσε στο μυστήριο... Κι αυτήν ούτε να την διανοηθεί μπορούσε ο Αρίσταρχος...
 
Άρχισαν ν’ ακούγονται οι πρώτοι στο ραδιοτηλέφωνο ρωτώντας τι τρέχει... «ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΑΙΚΙ, ΘΕΕ ΜΟΥ» ΤΡΕΧΑΤΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ». Ακολούθησαν καθησυχαστικά λόγια κι άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα καΐκια να ‘ρχονται πάμφωτα κατά ‘κεί... Άρχισε ένα τρέμουλο στο σαγόνι αυτουνού του λύκου και τελείωσε σ’ ένα φοβερό ουρλιαχτό «ΝΙΚΟΛΑΑΑΑ ΜΟΥ» σβήνοντας σ’ ένα λυγμό που του ‘κλεισε την ανάσα... «Άγιε μου, όχι το παιδί, όχι το παιδί σε ικετεύω... Εγώ, εγώ είμαι ο σκάρτος με τα αριστερίστικά μου... Σε ικετεύω, όχι το παιδί, εμένα πάρε άμα θες»,  σκεφτόταν φοβικά μέσα στην κατάρρευσή του, λες και ο Άγιος κοίταζε τα κοινωνικά του φρονήματα με αυστηρότητα...
 
Ήρθαν και διπλάρωσαν δυο αλονησσιώτικα καΐκια, κι άρχισανε το συντονισμό της έρευνας «ένας θα πάει πρύμα ένας πλώρα κ.λ.π. Πότισαν τον χαμένο Αρίσταρχο με ένα κύπελλο ΜΕΤΑΞΑ και πήρανε την έρευνα στα χέρια τους... Φωτισμένη σαν εξέδρα άντλησης πετρελαίου η τρεχαντήρα δεν κουνιότανε... Μόνο οι φωνές και το γοερό παράπονο του πατέρα ακουγότανε στο ήσυχο ξημέρωμα... Αίφνης, απ’ το πλώριο ταμπούκι του στρίτζου, σηκώθηκε το στρόγγυλο ξύλινο καπάκι και στο πρώτο φως της μέρας που ξημέρωνε, πρόβαλε το σγουρό κεφάλι του εφήβου και λίγο μετά το μισό του κορμί, που τεντώθηκε σε μια πλήρη διάσταση χεριών με ένα ηδονικό και άναρθρο μουγκρητό..! Πρώτος τον είδε αυτός που συντόνιζε την έρευνα και την κατάσταση του πατέρα... Με το στόμα ανοιχτό έτρεξε στην πλώρη, αγκάλιασε το απορημένο παιδί και το πήγε στον αποχαυνωμένο πατέρα... «Ρε πατέρα, για το χοντρό μου σηκώθηκα κι εσύ ξεψάριζες... ε, μετά χώθηκα με τον κουβά στο στρίτζο που ‘χε ζέστη από τη μαγκάνα κι αποκοιμήθηκα... Συγγνώμη ρε πατέρα που σε τρόμαξα...». 
 
*Ο Γιώργης Κολιόπουλος είναι αρχιτέκτονας.

Τα καράβια που πάνε κι έρχονται… 

Tης Ελένης Σκάβδη
 
Του Αη Νικόλα σήμερα γιορτάζουν οι καπεταναίοι... Κι εγώ ξενυχτάω αναλογιζόμενη ταξίδια που δεν έκανα, ένα σπίτι καρσί στη θάλασσα στην Ικαριά, το πατρικό μου, σκαρφαλωμένο στο βουνό που κοιτά πέλαγο και τα καράβια που πάνε κι έρχονται... Δεν έχω πια μερίδιο σ΄ εκείνο το σπίτι... Έχω όμως την κληρονομιά της μνήμης...
 
Μικρά παιδιά, αγουροξυπνημένα να ξενυχτάμε περιμένοντας το ποστάλι που έφερνε κόσμο από τον Πειραιά, ξημέρωμα... Έτσι ήταν το δρομολόγιο το ’60-’65... Καταλαβαίναμε το βαπόρι όταν είχε μπουνάτσα από το βουητό που ηχούσε πάνω στο βουνό μας. Σηκωνόμαστε όλες μαζί και μ΄ ένα φακό στο χέρι, ανεβαίναμε στο πεζούλι και περιμέναμε.. μέχρι που το βαπόρι πρόβαλε ολοφώτιστο με ένα σιγμό καθώς σερνόνταν πάνω σε μια θάλασσα λάδι...
 
Τι όμορφο που ήταν να θωρείς εκείνο το πλεούμενο νηφάλιο κι αργό να φωτίζει το πέλαγο... Ωσπου να περάσει τον κάβο και να κρυφτεί πίσω από τον Κακοπέρατο που εμείς δεν το βλέπαμε πια, μέναμε στητές στο πεζούλι και καυγαδίζαμε πια θα κάνει τα τσαλίμια του φωτός με το μικρό φακουδάκι...
 
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η στιγμή να διαβάσω στο «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», μια ονειρική αναπαράσταση των πόθων μου για ένα σπίτι στην άκρη της θάλασσας. Ο αφηγητής μένει σε ένα σπίτι καρσί στη θάλασσα κι εκείνο, σε μιαν ακτή της Ρόδου... Βλέπει τα πλοία να περνούν, η ρότα τους είναι χαραγμένη εκεί μπροστά του, καθώς ταξιδεύουν από την Αλεξάνδρεια στη Σμύρνη...
Κι ένα πρωί, ένα τέτοιο καράβι ρίχνει άγκυρα μπροστά του, μέσα στο μικρό κόλπο που ακουμπά το σπιτικό του... Βλέπει να κατεβαίνει μια βάρκα, να μπαίνει μέσα ένας επιβάτης, και σε λίγο έχει στο σπίτι του έναν αγαπημένο επισκέπτη.
Ο Βαλτάσαρ είναι ο μουσαφίρης με την ευκαιρία του ταξιδιού του προς τη Σμύρνη από την Αλεξάνδρεια... Τα λένε, η επίσκεψη τελειώνει, ο Βαλτάσαρ ξαναμπαίνει στη βάρκα και αναχωρεί γιατί το βαπόρι δεν μπορεί να περιμένει... Κι ο αφηγητής τον συνοδεύει κολυμπώντας μέχρι στην ανεμόσκαλα... Η βάρκα ανεβαίνει με το βίντσι στο πλοίο, ο Βαλτάσαρ τον αποχαιρετά, και του ρίχνει αντίδωρο για τη φιλοξενία ένα όμορφο τριαντάφυλλο. Ο αφηγητής κολυμβητής στεριώνει το μίσχο στα δόντια του και επιστρέφει κολυμπώντας στο σπίτι...
 
Ένα τέτοιο σπίτι θέλω κι εγώ... Να μου έρχονται μουσαφιραίοι με τη βαρκούλα, και να τους ξεπροβοδίζω κολυμπώντας...
 
Χρόνια πολλά Νικολήδες καπεταναίοι... 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine