Χολώθηκε ο άνθρωπος

10.02.2017 09:27

Toυ Νίκου Μπακιού*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Πάει κάμποσος καιρός που συνέβηκε αυτό το γεγονός και δεν γίνεται ακόμη να το ξεχάσω. Μπήκα τότε σ’ ένα ταξί, στο κέντρο της Αθήνας και όπως το συνηθίζω, γενικώς, ρώτησα τον ταξιτζή για τον τόπο καταγωγής του.
 
Αυτός μου απάντησε  «είμαι από Ναυπακτία, από τα Κράβαρα», μάλλον βαριεστημένα και στη συνέχεια εγώ με κάποια αφέλεια, έκανα το μοιραίο λάθος κι είπα ότι ξέρω  για τα Κράβαρα, ότι έχει γράψει ο Αντρέας Καρκαβίτσας στο «Ζητιάνο».
 
Στη συνέχεια, αισθάνθηκα ότι κάτι σα να άλλαξε στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα ότι μπορεί το αυτοκίνητο να αύξησε απότομα την ταχύτητά του και ο συνομιλητής μου γύρισε ξαφνικά και με αγριοκοίταξε. Κάτι μου έλεγε ότι με έβλεπε σαν ενοχλητικό πελάτη, ότι επιθυμούσε  βίαια την αποβίβασή μου. 
 
Στο τέλος, ο ταξιτζής ξέσπασε με μανία: «Δεν θέλω να ακούω το όνομα Καρκαβίτσα!». Ύστερα, ξεστόμισε ύβρεις προς το ιερό πρόσωπο του  συγγραφέα, τέτοιες, που με έφεραν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και επιθυμούσα το ταχύτερο την απομάκρυνσή μου από το χώρο αυτόν.
 
Ο περίεργος αυτός ταξιτζής,  όπως τον κοίταζα με την άκρη του ματιού μου, δεν είχε σχέση βέβαια με τον Ντε Νίρο, ήταν ψηλός και γεροδεμένος, έμοιαζε με φίλαθλο ποδοσφαιρικής ομάδας και δεν ξεπερνούσε σε ηλικία τα σαράντα.
 
Αλλά, γιατί αυτό το μίσος απέναντι στον Καρκαβίτσα; αναρωτιόμουν,  με γόους μέσα μου, ελπίζοντας σύνωρα ότι από μόνος του επρόκειτο να κάνει την πρώτη κίνηση να με διώξει το γρηγορότερο, με κάποιον τρόπο να με εκφορτώσει από το ταξί.
 


Ήμουν σχεδόν σίγουρος, ότι η υπόθεση αφορούσε σε περιστατικό  κάποιας φρενοβλάβειας. Αλλά δεν ήξερα το σκοτεινό σημείο της έξαψης αυτής, γι’ αυτό ακολούθησα τον κατευναστικό δρόμο της σιωπής μου.  Σε μια κίνηση αστραπής μες στο μυαλό μου, θυμήθηκα  την υπόθεση του ιστορικού βιβλίου, πιο ζωντανή και πιο φρέσκια, διανθισμένη με τα κοσμητικά επίθετα του χολωμένου ταξιτζή.  
 
Αλλά, γιατί ο άνθρωπος αυτός αντιδρούσε έτσι; αναρωτιόμουνα. Υπήρχε περίπτωση να είχε διαβάσει κάποτε το βιβλίο; Αδύνατο! γιατί το περιεχόμενό του θα τον ωθούσε σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Κάποιοι του είχαν εμφυτεύσει στο μυαλό του αυτή τη σύγχυση, έναν εντελώς απεχθή μύθο, σκεφτόμουν.
 
Ο Καρκαβίτσας αντιπαθούσε  την κουτοπονηριά  και ό,τι κακό κατάφερε να στολίσει το πλάσμα της φαντασίας του, τον ήρωα του, τον  Τζιριτόκωστα. Αλλά, ο μύθος ότι δήθεν ο συγγραφέας δυσφήμισε αυτή την περιοχή γιατί εξακολουθούσε να έχει τόσο δυνατά ερείσματα; Εκείνη η μακρινή μα ουδέποτε εκτελεσθείσα μονομαχία του συγγραφέα με κάποιους  φανατικούς εκείνης της εποχής, τι κατάλοιπα άφησε και στις ψυχές ακόμη των απογόνων τους; Τίποτα δεν απαντούσε στα ερωτήματά μου.
 
Σ΄ ένα γράμμα του, του 1891, ο Καρκαβίτσας έγραφε στο φίλο του Κ. Χατζόπουλο:
 
«…..Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την Εστίαν δια τον τόπον τους ……… Αλλ΄ οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθηκαν έως εδώ. Μ΄ έστειλαν δυο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε ……».    
 
Κάποια στιγμή, ξεχνώντας πια το τελικό σημείο του προορισμού μου, πλήρωσα και εξερχόμενος όσο γίνεται πιο βιαστικά, σα να μου φάνηκε ότι  άκουσα τα τελευταία λόγια αυτού του ανθρώπου: «με λένε Τζιριτόκωστα», φώναξε και  μαρσάροντας δυνατά, εξαφανίστηκε μες στο πολύβουο και ορμητικό κύμα των αυτοκινήτων.     
 
*Ο καταγόμενος από τα Λεχαινά της Ηλείας Νίκος Μπακιός γράφει και δημοσιεύει σύντομες ιστορίες (short stories) σε ηλεκτρονικά περιοδικά και έντυπα των Αθηνών, όπου και διαμένει.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine