Η Πρέβεζα στον εμφύλιο μέσα από την «παράλληλη φωνή» της λογοτεχνίας του Βαγγέλη Αυδίκου - paratiritis-news

Η Πρέβεζα στον εμφύλιο μέσα από την «παράλληλη φωνή» της λογοτεχνίας του Βαγγέλη Αυδίκου

17.03.2017 11:37

Νατάσσα Βαφειάδου

Παρουσιάστηκε στην Κομοτηνή το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι τελευταίες πεντάρες» - Από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ, τον Σύλλογο Ηπειρωτών ν.Ροδόπης, το βιβλιοπωλείο «Δημοκρίτειο» και τις εκδόσεις «Ταξιδευτής»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Το νέο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής», με τίτλο «Οι τελευταίες πεντάρες», αποτέλεσε και την πρώτη για την τρέχουσα χρονιά βιβλιοπαρουσίαση του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
 
Η παρουσίαση έλαβε χώρα την Λέσχη Κομοτηναίων το απόγευμα της Τετάρτης, 15 Μαρτίου, και συνδιοργανώθηκε με τον Σύλλογο Ηπειρωτών ν.Ροδόπης καθώς και την πολύτιμη βοήθεια του βιβλιοπωλείου «Δημοκρίτειο».
 
Το «παρών» άλλωστε έδωσαν αρκετοί εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής κοινότητας του ΔΠΘ – πέραν των φοιτητών – όπως η πρόεδρος του Τμήματος Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών κ. Μαρία Δημάση, ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος κ. Μανόλης Σέργης, οι επίκουροι καθηγητές του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας κ.κ. Ειρήνη Κορρέ και Χάρης Μιχαλόπουλος, ο υπεύθυνος καθηγητής της ομάδας Γαλλοφωνίας της Νομικής Σχολής κ. Στέφανος Γραβάνης, καθώς και οι φιλόλογοι κ.κ Σοφία Σουβατζόγλου και Μαρία Αλεξίου, ο διευθυντής του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής κ. Ηλίας Ιωαννάκης, ο συντονιστής της Ν.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ Ροδόπης κ. Σταμάτης Σακελλίων, ο κ. Δημήτρης Χαρίτου, η κ. Ελένη Λαφτσή, επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «ΠΟΛΗ- τική Ανατροπή», ο πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών κ. Γιάννης Τζαμπάζης,  ο πρόεδρος του Συλλόγου Σαρακατσαναίων κ. Γιώργος Νάκος, ο συγγραφέας κ. Κώστας Καβανόζης και η αρχαιολόγος – μουσειολόγος κ. Νάγια Δαλακούρα.
 


Άλλωστε και το πάνελ της εκδήλωσης απαρτιζόταν από μέλη του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, αρχής γενομένης από τον πρόεδρο του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας κ. Μανόλη Βαρβούνη, που συντόνισε την εκδήλωση, την πρόεδρο του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας κ. Ζωή Γαβριηλίδου, τον επίκουρο καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας κ. Βασίλη Δαλκαβούκη, καθώς και τον φιλόλογο και μεταδιδακτορικό ερευνητή του ΔΠΘ κ. Σπύρο Κιοσσέ. Στην επιτυχία της εκδήλωσης συνέβαλαν τα μέγιστα και οι ηθοποιός   κ. Χρύσα Ιωαννίδου και η φιλόλογος κ. Φωτεινή Λεοντάρη που ανέγνωσαν αποσπάσματα του βιβλίου καθώς και ο κ. Νίκος Αντωνακάκης, μαθητής του Μουσικού Λυκείου Κομοτηνής και η κ. Μαρία Αλεβίζου, που ανέλαβαν τα μουσικά διαλείμματα αυτής. 

Ζωή Γαβριηλίδου «Το βιβλίο δεν είναι άλλο ένα βιβλίο με θέμα τον εμφύλιο» 

«Το μυθιστόρημα του Ευ. Αυδίκου “Οι τελευταίες πεντάρες” αφηγείται ένα αξιοσημείωτο, με την έννοια του απροσδόκητου, ιστορικό συμβάν του πρόσφατου παρελθόντος που φτάνει μέχρι το παρόν και παρουσιάζεται με αναχρονισμένη σειρά που κόβει την ανάσα, μεγαλώνει την αγωνία και κινεί το ενδιαφέρον» είπε ξεκινώντας την εισήγησή της η κ. Ζωή Γαβριηλίδου, παρουσιάζοντας στη συνέχεια την αφηγηματική τριπλέτα, σκηνικού, χαρακτήρων και υπόθεσης που χειρίζεται ο συγγραφέας όπως τόνισε η ίδια με «εξαιρετική μαεστρία».
 
Ξεκινώντας από την Πρέβεζα, που αποτελεί και το σκηνικό της ιστορίας του συγγραφέα, και τα χαρακτηριστικά αυτής όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο, η κ. Γαβριηλίδου, έκανε λόγο για ένα «γνήσιο ηθογράφημα» στο οποίο τα χρόνια του εμφυλίου διαπλέκονται με το παρόν. «Για την ακρίβεια το παρελθόν προβάλλεται στο παρόν και εξαγνίζεται. Γιατί είναι στο παρόν που επέρχεται η λύση ενός δράματος του παρελθόντος! Η κάθαρση, και όπου ο καθένας πρωταγωνιστής πληρώνει το δικό του τίμημα» σημείωσε.
 


Ως προς την υπόθεση, συνέχισε «το μυθιστόρημα ξεκινά με μια ελκυστική αρχή που αφήνει τόσα ερεθιστικά κενά που μας παρασύρουν να διαβάσουμε παρακάτω και μας παρωθούν να δούμε τη συνέχεια.  Το επεισόδιο στην Παργινόσκαλα εξιστορείται εξαρχής από την οπτική του ενός πρωταγωνιστή που συμμετείχε σε αυτό, του Περικλή, ενώ στη συνέχεια του βιβλίου περιγράφεται και από την οπτική, συχνά αντίθετη, και άλλων συμμετεχόντων. Ο Βαγγέλης Αυδίκος με αυτή την επιλογή παίρνει σαφή θέση απέναντι στο ιστορικό γεγονός, και το καταδικάζει με την πένα του. Στηλιτεύει, με την επιλογή του να γράψει ένα βιβλίο για τα γεγονότα του δεύτερου δεκαπενθήμερου του 44,  το διχασμό, την εμφύλια σύρραξη, τη σκληρότητα της εποχής, τα αθώα θύματα. Το βιβλίο δεν είναι άλλο ένα βιβλίο με θέμα τον εμφύλιο. Το αφηγηματικό υλικό δεν αποτελεί απλή ιστορική αναπαράσταση της εποχής. Το περιστατικό είναι η αφορμή για να καταδικάσει ο συγγραφέας τη βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, τον φανατισμό που τυφλώνει που είναι πανούκλα όπως γράφει ο συγγραφέας, τη μισαλλοδοξία που απελευθερώνει τα πιο άγρια ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου. Έτσι βάζει τους πρωταγωνιστές να βάλουν τα δάκτυλα υπό τον τύπον των ήλων διότι οι πληγές αν δεν κλείσουν μολύνονται,  να μιλήσουν για το παρελθόν, να αναγνωρίσουν τα λάθη τους, να συμφιλιωθούν με τη μνήμη. Γιατί μόνο έτσι θα επέλθει η κάθαρση. Και γιατί τελικά όπως γράφει ο συγγραφέας στη σ. 117 του βιβλίου “Οι μνήμες είναι σαν το παζλ. Η τελική εικόνα που προκύπτει από την ολοκλήρωση του παζλ εξαρτιέται από τα κομμάτια που επιλέγονται”». 

Βασίλης Δαλκαβούκης «Ο Βαγγέλης Αυδίκος μας δείχνει με υποδειγματικό τρόπο πώς μπορεί ένα δράμα να συζητηθεί και να ταξινομηθεί εκεί που αρμόζει» 

«”Οι τελευταίες πεντάρες” αποτελούν ένα βιβλίο εμφανών ιστορικών συμφραζομένων, ένα βιβλίο στο οποίο ενσωματώνεται η πραγματική ιστορία» τόνισε παίρνοντας τον λόγο ο κ. Βασίλης Δαλκαβούκης. «Ένα βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουν οι άνθρωποι που κατά κανόνα δεν έχουν λόγο. Οι άνθρωποι από τα στρώματα εκείνα που δεν έχουν πρόσβαση στον επίσημο ιστορικό λόγο, αλλά διατυπώνουν την άποψη, περί ιστορίας από τα κάτω, μέσα από παράλληλες φωνές, όπως η λογοτεχνία, η ποίηση, η πεζογραφία, η οποία συνήθως είναι αντιθετική ως προς την επίσημη ιστορία» τόνισε.
 
Σύμφωνα με τον ίδιο πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ντοκουμέντο, με πολλές αφηγήσεις και γεγονότα, «αφηγήσεις που προέρχονται από πολλές μεριές, από τους νικητές,  τους ηττημένους, από τους ηττημένους νικητές, γιατί η νίκη ή η ήττα έχει πολλές διαστρωματώσεις».
 


Ένα μυθιστόρημα που «προδίδει» τον συγγραφέα, ως ερευνητή και ως άνθρωπο που έχει ασχοληθεί με τον εμφύλιο, «ένα μυθιστόρημα μέσα από το οποίο ο Βαγγέλης Αυδίκος μας δείχνει με υποδειγματικό τρόπο πώς μπορεί ένα δράμα να συζητηθεί και να ταξινομηθεί εκεί που αρμόζει».  
 
«Ο Βαγγέλης Αυδίκος, από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα καταγράφει την τοπική ιστορία. Την τοπική όμως ιστορία που αξιοποιεί και συνθέτει μια σειρά από εργαλεία. Δεν είναι η τοπική ιστορία που επιδιώκει να συνδέσει το τοπικό με το εθνικό. Είναι μία αυτούσια τοπικότητα, που έχει αυθύπαρκτη αξία και αυτή την αξία ο Βαγγέλης την τεκμηριώνει» συνέχισε. « Απευθύνεται στους συντοπίτες του , τους Πρεβεζάνους για να τους πει ότι ο εμφύλιος υπήρξε, υπήρξαν ευθύνες, υπήρξε αίμα, πολύ βία, αποψίλωση της πόλης, και πως όλα αυτά είναι καιρός να συζητηθούν. Το να συζητάει κανείς για τον εμφύλιο στον τόπο του δεν είναι εύκολο πράγμα, αλλά νομίζω ότι ο Βαγγέλης ακριβώς επειδή είναι λαογράφος με ανθρωπολογικές λογικές και οπτικές και ταυτόχρονα έχει μία ιστορική παιδεία  μπορεί να συνδυάσει, να διαχειριστεί και να μιλήσει στους συντοπίτες του για τον εμφύλιο» επεσήμανε κλείνοντας. 

Σπύρος Κιοσσές «Αυτό που προβάλλεται, κυρίως μέσα από την αφήγηση είναι η παράλογη βία, που αποκτηνώνει τον άνθρωπο, επιφέροντας πόνο και θάνατο» 

«Με το καινούργιο του λογοτεχνικό έργο ο Αυδίκος έρχεται, αν όχι να κλείσει, σίγουρα να αναμετρηθεί με “παλιούς λογαριασμούς”, με ζητήματα που είχε ανοίξει σε προηγούμενα έργα του. Να ακολουθήσει νήματα που είναι διακριτά στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία και αφορούν, μεταξύ άλλων, τη συμπλοκή της Ιστορίας με τη μικρο-ιστορία ή μάλλον με τις πολλαπλές μικρο-ιστορίες που τη συνιστούν και ταυτόχρονα την κουβαλούν ως συλλογική κι ατομική μνήμη» σημείωσε με τη σειρά του ο κ. Σπύρος Κιοσσές, ο οποίος στην συνέχεια αναφέρθηκε αναλυτικά στους ήρωες και την υπόθεση του μυθιστορήματος.
 


Μέσα από τα γραφόμενα του, όπως σημείωσε ο ίδιος, διαφαίνεται η τάση του συγγραφέα να προβάλλει  τις διαφορετικές αναγνώσεις των πραγμάτων, την ιδεολογική τους διάσταση και τις αντιθετικές ερμηνείες τους. «Δεν είναι τυχαίο» είπε « ότι ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Σπυρίδων White, είναι φιγούρα κατεξοχήν μεταιχμιακή: ανάμεσα στην αγγλική του καταγωγή και την εξ αγχιστείας σχέση του με τη χώρα μας. Κι επιπλέον, συνδυάζει τόσο την προοπτική της επιστημονικής του κατάρτισης, όσο και την ανθρώπινη, συναισθηματική προσέγγιση των πραγμάτων. Αυτό που προβάλλεται, έτσι, κυρίως μέσα από την αφήγηση είναι η παράλογη βία, που αποκτηνώνει τον άνθρωπο, επιφέροντας πόνο και θάνατο. Αλλά και τύψεις. Γιατί οι ήρωες του Αυδίκου, όπως και όλοι οι άνθρωποι, δεν είναι ήρωες άσπροι και μαύροι. Το βιβλίο του αφήνει αυτήν ακριβώς την επίγευση: δίνει χρώμα σε ασπρόμαυρες προσεγγίσεις του παρελθόντος».
 
«Μέσα από την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Αυδίκου αναδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια: ότι εξίσου σημαντικός με τα γεγονότα, κι όσο περνάει ο χρόνος ακόμη πιο σημαντικός, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος τα βιώνει και τα διαχειρίζεται. Τα εγκολπώνεται μέσω της μνήμης στη ζωή του, τα «ενσωματώνει» στη σχέση του με τους άλλους και με τον εαυτό, συντελώντας μιαν ιδιότυπη όσο και αισθητή ενεστωτική βίωση του παρελθόντος» παρατήρησε κλείνοντας ο κ. Κιοσσές επισημαίνοντας πως « γίνεται αντιληπτό ότι όσο πιο πολύ προσπαθούν οι άνθρωποι να κρυφτούν από την ιστορία τους, τόσο πιο βαθιά κρύβονται στην άμμο της αυταπάτης. Γιατί, ακόμη κι αν η αλήθεια πληγώνει, “είναι ο μόνος δρόμος”, όπως κατανοούν τελικά οι ήρωες κι ο αναγνώστης του έργου, ενός έργου που προβληματίζει, θίγει με ψυχραιμία ζητήματα ευαίσθητα, ενώ διατηρεί παράλληλα αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία λέξη του».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine