Πολιτιστικό και κοινωνικό κεφάλαιο τα Μουσεία

26.04.2017 07:47

Κωνσταντίνος Μαρκενδούδης

Ένα ταξίδι στο χθες, το σήμερα και το αύριο των μουσείων από τη Νάγια Δαλακούρα και την Κική Χριστοδούλου

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Τη διαχρονική πορεία των μουσείων και πώς αυτά μπορούν να αποτελέσουν ένα κεφάλαιο τόσο πολιτιστικό, όσο και κοινωνικό για τους τόπους στους οποίους εδράζονται, ανέλυσαν το βράδυ της Δευτέρας 25 Απριλίου η κ. Νάγια Δαλακούρα, αρχαιολόγος μουσειολόγος και η κ. Κική Χριστοδούλου, ιστορικός τέχνης-μουσειολόγος, κατά την εκδήλωση-διάλεξη με θέμα «Περί Μουσείων και Τεχνών» που πραγματοποιήθηκε από το Σύλλογο Καλλιτεχνών Ν. Ροδόπης «Αθηνίων» στη Παπαδριέλλειο Δημοτική Πινακοθήκη-Μέγαρο Στάλιου.
 
Στο πρώτο μέρος, η κ. Δαλακούρα παρουσίασε στο κοινό τη  γέννηση και την ανάπτυξη των μουσείων στην Ευρώπη, σημειώνοντας πως τα μουσεία αποτελούν δημιούργημα της νεοτερικότητας, ξεκίνησαν με την Αναγέννηση και επεκτείνονται μέχρι και τον 19ο αιώνα, με μέρος της εμπειρίας της νεοτερικότητας να αποτελεί και η μεγάλη εξάπλωση των μουσείων στη σύγχρονη εποχή, η οποία συνδέεται με τον ευρωπαϊκό αποικισμό και ιμπεριαλισμό.
 
Στο δεύτερο μέρος η κ. Χριστοδούλου, αφού είχε διευκρινιστεί το πλαίσιο της θεματικής «εξειδίκευσής» των εθνολογικών μουσείων, στράφηκε από τα εθνολογικά μουσεία σ’ εκείνα που εκθέτουν δείγματα ζωγραφικής, κινούμενη σταδιακά από την Ευρώπη στη χώρα μας.
 
Συνοπτικά στην εκδήλωση επισημάνθηκε πως η μουσειακή τεχνολογία έχει προοδεύσει τόσο ώστε να επιτρέπει στον 21ο αιώνα να εξασφαλιστούν οι αυστηρές εκείνες συνθήκες προληπτικής συντήρησης για τους χώρους έκθεσης αλλά και αποθήκευσης των συλλογών, για τη διατήρηση και τη μελέτη τους, για το χειρισμό των έργων και την ασφάλειά τους σε περιπτώσεις μετακίνησης. Γιατί όπως αναφέρθηκε, ένα μουσείο, μικρό ή μεγάλο, τοπικής ή παγκόσμιας εμβέλειας, εάν διαχειριστεί σωστά τη μόνιμη συλλογή του, έχει τη δυνατότητα να προσφέρει την πολιτιστική εκείνη υποδομή στον τόπο του, ώστε να εξασφαλίσει τεράστιο κοινωνικό κέρδος μακροπρόθεσμα.
 
 

Νάγια Δαλακούρα
 
Η εξέλιξη των μουσείων στο χρόνο

 
Με τη διαπίστωση πως τα μουσεία διαμόρφωναν πάντοτε τη φυσιογνωμία τους ανάλογα με τις σχέσεις τους με την εξουσία, την οικονομία, τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της εποχής άνοιξε την εισήγησή της η κ. Δαλακούρα, τονίζοντας πως το μουσείο αποτελεί χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού του 19ου αιώνα, το οποίο, ως δημιούργημα της νεοτερικότητας, ανήκει στη σύγχρονη εποχή. Η νεοτερικότητα πρωτοεμφανίζεται κατά την Αναγέννηση, ανιχνεύεται στα μεγάλα ταξίδια των Ευρωπαίων εξερευνητών και αποκτά τις βάσεις της με την ίδρυση των πρώτων εθνικών κρατών. Μέρος της εμπειρίας της νεοτερικότητας αποτελεί και η μεγάλη εξάπλωση των μουσείων στη σύγχρονη εποχή, η οποία συνδέεται με τον ευρωπαϊκό αποικισμό και ιμπεριαλισμό. 
 
Ορόσημο για την ιστορία του θεσμού των μουσείων αποτελεί η ίδρυση του πρώτου μουσείου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περίπου το 290 - 280π.Χ. από τον Πτολεμαίο Α΄, το οποίο αποτέλεσε κέντρο έρευνας, παρατήρησης της φύσης και μελέτης κειμένων αφιερωμένο στις μούσες, πιθανότατα συνδεόμενο με την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
 
Κατά τον 15ο αιώνα, με την επίδραση του ουμανισμού,  η οργάνωση των συλλογών συστηματοποιήθηκε, ενώ, ως  νεωτερικός  θεσμός, το μουσείο ουσιαστικά γεννήθηκε στην Ιταλία την περίοδο της Αναγέννησης, όπου αποκτά την πρώτη του σύσταση ως χώρος έκθεσης πλούτου, προσανατολισμένος, ωστόσο, περισσότερο στην πνευματική καλλιέργεια των ιδιοκτητών του.  Την ίδια περίοδο δημιουργούνται οι πρώτες ιδιωτικές συλλογές, ανάμεσα στις οποίες κατέχει σημαντικό ρόλο η συλλογή του Λαυρεντίου των Μεδίκων στη Φλωρεντία, η οποία εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το παλάτι των Μεδίκων σηματοδοτεί την απαρχή των συλλογών έργων τέχνης, αποτελεί την κοιτίδα της δημιουργίας των πρώτων ευρωπαϊκών μουσείων και αντιστοιχεί στην υλική παρουσίαση εικόνων του γνωστού κόσμου.
 
Τον 16ο και τον 17ο αιώνα οι ιδιωτικές συλλογές, συνδεόμενες με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και τη φιλομάθεια της εποχής, πληθαίνουν και απαρτίζονται, κυρίως, από «αξιοπερίεργα αντικείμενα», τα οποία προέρχονται από τα ταξίδια των Ευρωπαίων θαλασσοπόρων σε εξωτικούς  – για την εποχή – τόπους.
 
Η προσβασιμότητα του μουσείου αρχίζει να διευρύνεται κατά τον 17ο αιώνα, εποχή που παρατηρείται για πρώτη φορά η στροφή από το ιδιωτικό προς το δημόσιο, και ενισχύθηκε με την ίδρυση των πρώτων δημόσιων πανεπιστημιακών μουσείων στην Ευρώπη, ενώ στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα οι αρχές του Διαφωτισμού βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην οργάνωση και ταξινόμηση των υπαρχόντων συλλογών, οι οποίες  συστηματοποιούνται και συγκεκριμενοποιούνται, με σκοπό τη διαφύλαξη των ειδών και των τεχνών στο μουσείο, του οποίου ο εκπαιδευτικός ρόλος καθίσταται πλέον ευρέως αποδεκτός. 
 
Την περίοδο αυτή πρωτοεμφανίζεται η έννοια του έθνους ως κριτήριο οργάνωσης των συλλογών και παρουσιάζονται προτάσεις για τον σχεδιασμό κτιρίων που θα στεγάσουν τις πολύτιμες συλλογές. Την ίδια εποχή ιδρύονται τα πρώτα μεγάλα δημόσια ευρωπαϊκά μουσεία που εκθέτουν τους βασιλικούς θησαυρούς στο ευρύ κοινό, όπως το Βρετανικό Μουσείο (1753) και το Μουσείο του Λούβρου (1793), όπου οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης για ισότητα, ελευθερία και απελευθέρωση από την άγνοια οδήγησαν στην αναγκαιότητα εφαρμογής νέων συλλεκτικών μεθόδων και μουσειακών πρακτικών.
 
Ο 19ος είναι ο αιώνας κατά τον οποίο, υπό την επιρροή του Εθνικισμού και του Ρομαντισμού, διατυπώνεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη η ανάγκη ίδρυσης Εθνικών Μουσείων. Οι συλλογές αντικειμένων των κρατών – εθνών παύουν να αποτελούν βασιλικά τεκμήρια και συνθέτουν την ταυτότητα μιας εθνικής ομάδας, για την οποία, ουσιαστικά, συγκροτείται με συνέπεια η συλλογή, κατοχυρώνοντας και προστατεύοντας την εθνική ιστορία και πραγματικότητα.
 
 Ισχυροί βασιλικοί οίκοι της Ευρώπης επιλέγουν τα μουσεία προκειμένου να  πετύχουν προσωπικές φιλοδοξίες και ανοίγουν τις συλλογές τους στο κοινό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων μουσείων. Το μεγάλο μέγεθος των εθνικών μουσείων του 19ου αιώνα ενίσχυε το κύρος του έθνους, που μέσα από τον μικρόκοσμο της έκθεσης πρόβαλε και ήλεγχε, μέσα από αμφισβητούμενες συλλεκτικές πολιτικές που ευνοήθηκαν από την αποικιοκρατία, υλικές πολιτισμικές μαρτυρίες από διάφορους πολιτισμούς και τόπους της γης που κατείχε.
 
 

Κική Χριστοδούλου
 
Η εξειδίκευση των μουσείων σε Ελλάδα και Ευρώπη

 
Η κ. Χριστοδούλου από την πλευρά της άλλαξε λίγο το κλίμα, παρατηρώντας πως οι τεχνικές δημιουργίας τέχνης εμφανίστηκαν ήδη στα πρώτα κοινωνικά σύνολα με έργα-αποδείξεις γλυπτικής, μουσικής και ζωγραφικής από την παλαιολιθική εποχή, και προχωρώντας στο χρόνο πολλαπλασιάστηκαν και οι τεχνικές τους εξελίχθηκαν και εξελίσσονται μέχρι σήμερα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει η διαπίστωση πως πολλά από τα έργα ζωγραφικής οφείλουμε να τα διαφυλάξουμε και να τα διατηρήσουμε ως τεκμήρια της ανθρώπινης ιστορικής και πολιτιστικής διαδρομής.
 
Στους χώρους φύλαξης των έργων αυτών, διέκρινε δύο μεγάλες ομάδες, που ήδη είχαν παρατηρηθεί από την κ. Δαλακούρα στα εθνολογικά μουσεία:
-τους φυσικούς χώρους (σπήλαια, εκκλησίες, τοιχογραφημένα ανάκτορα και κατοικίες, κ.ά)
-τους «τεχνητούς» χώρους, όπου φυλάσσονται κινητά έργα τέχνης που έχουν αποσπάσει από το φυσικό τους περιβάλλον (μουσεία, γκαλερί, πινακοθήκες).
 
Μέσα από παραδείγματα φυσικών χώρων (σπήλαια Lascaux στη Γαλλία, Altamira στην Ισπανία, τον τάφο της Νεφερτίτη στην Αίγυπτο, την Capella Sistina στο Βατικανό) παρατήρησε τα προβλήματα που δημιουργούνται από την μεγάλη επισκεψιμότητα και τους κάποιους από τους τρόπους που προτείνονται για την επίλυσή τους.
 
Στη συνέχεια διευκρίνισε τη διαφορά της ορολογίας που χρησιμοποιούμε για τους τεχνητούς χώρους φύλαξης ζωγραφικής, μιας και η λατινογενής λέξη galleria, galerie, gallery, μεταφράζεται στα ελληνικά ως στοά-διάδρομος, η χρήση της λέξης όμως για τους Έλληνες έχει πάρει διαφορετικό νόημα έτσι που να σημαίνει κυρίως τον ιδιωτικό χώρο έκθεσης τέχνης, ενώ σε άλλες χώρες η λέξη αυτή καθορίζει εξ ίσου τους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους.
 
Από τους πρώτους εκθεσιακούς χώρους που συνέβαλλαν στην επικράτηση της χρήσης του όρου galleria, είναι εκείνη των Uffizi στη Φλωρεντία (1560-1581) που συγκέντρωσε σταδιακά όλες τις οικογενειακές συλλογές των Μεδίκων. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του Giorgio Vasari ακολούθησε εκείνον των σύγχρονών του ανακτόρων με μια κεντρική στοα-διάδρομο, όπου ανοίγονται αίθουσες. Η μετατροπή των γραφείων σε μουσείο, μετακύλησε τη χρήση του όρου galleria στους χώρους έκθεσης έργων τέχνης.
 


Περνώντας από τα κτίρια και ανάκτορα που με αλλαγή χρήσης μετατράπηκαν σε μουσεία, στα κτίρια εκείνα που σχεδιάστηκαν με σκοπό να λειτουργήσουν ως μουσεία η κ. Χριστοδούλου έφερε το παράδειγμα της Alte Pinakothek (1826-1836) του Μονάχου, ένα από τα πρώτα κτίρια που σχεδιάστηκε από τον Leo von Klenze με στόχο να εκτεθούν εκεί έργα ζωγραφικής,  προβλέποντας τον τρόπο και τον φωτισμό τους. Αποτέλεσε έτσι, πρότυπο χώρου για όλη την Ευρώπη συνδυάζοντας την ιδέα του διαδρόμου (galleria) με την ελληνική λέξη πινακοθήκη (Pinakothek).
 
Οι πινακοθήκες στην Ελλάδα, είχαν πολλές ιδιαιτερότητες στην γέννησή τους, με πρώτη την Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου -που ιδρύθηκε στις 10/04/1900 με σχετικό νόμο- και τις περιπέτειές της μέχρι να αποκτήσει ιδιόκτητη στέγη (σχέδια: Μουστόπουλος-Μυλωνάς-Φατούρος,  1956 / κατασκευή:1964-1976)  και να συνενωθούν τα κληροδοτήματα και οι δωρεές ιδιωτών. Πορεία που οδήγησε σήμερα στον οργανισμό πινακοθήκης, γλυπτοθήκης, παραρτημάτων, εξειδικευμένης βιβλιοθήκης και εξειδικευμένων επίσης εργαστηρίων φωτογραφίας και συντήρησης.
Έτσι διαπίστωσαν πως ένας μουσειακός χώρος εξελίσσεται, διευρύνεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε εποχής.
 
Μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα πινακοθηκών της χώρας μας, η κ. Χριστοδούλου παρουσίασε στο κοινό τα πρώτα χρόνια, τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες, καθώς και την επιμονή κάποιων ανθρώπων, να δημιουργήσουν χώρους ασφαλούς διατήρησης των ζωγραφικών τεκμηρίων της ανθρώπινης πολιτιστικής κληρονομιάς, διαπιστώνοντας ότι κάποιες Δημοτικές Πινακοθήκες, ξεκίνησαν τη λειτουργία τους ως τμήματα Δημοτικών Βιβλιοθηκών και αποσπάστηκαν ως οργανισμοί συχνά με σημαντική καθυστέρηση.
 
Ανακεφαλαιώνοντας, σημείωσε πως εν πολλοίς, τα σημερινά μουσεία προέρχονται από ιδιωτικές συλλογές, όπου συγκεντρώθηκαν αντικείμενα διαφόρων ειδών. Οι ιδιωτικές συλλογές εξελίχθηκαν σε επιστημονικές, όπου προωθήθηκε η μελέτη, ταξινόμηση, τεκμηρίωση και έκδοσή τους. Στη συνέχεια, παρατηρείται η κρατικοποίηση των συλλογών και ο εκδημοκρατισμός τους με το άνοιγμα των μουσείων στο κοινωνικό σύνολο. Έπειτα η πορεία των μουσείων στον χρόνο οδηγήθηκε στην εξειδίκευση των οργανισμών, το διαχωρισμό εθνικών «σχολών» και τέλος στο σχεδιασμό νέων κτιρίων, κατάλληλων για κάθε είδος συλλογής.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine