Διπλή παρουσίαση για τον Κομοτηναίο συγγραφέα Χρήστο Χαρτοματσίδη

18.05.2017 11:34

Χρήστος Λαγαρίας

Το θεατρικό «Λίλια» και η συλλογή διηγημάτων «Μπαρ: Οι νεράιδες» παρουσιάστηκαν στην Κομοτηνή

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η τελευταία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Μπαρ: Οι νεράιδες» καθώς και το θεατρικό «Λίλια» του Κομοτηναίου συγγραφέα κ.Χρήστου Χαρτοματσίδη παρουσιάστηκαν το απόγευμα της Δευτέρας, 15 Μαΐου στην Κομοτηνή.
 
Η παρουσίαση έλαβε χώρα στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου «Δημοκρίτειο» παρουσία αρκετών συμπολιτών μας, μεταξύ των οποίων η πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής κ.Σοφία Μενεσελίδου, ο πρώην δήμαρχος Κομοτηνής κ.Τάσος Βαβατσικλής, ο γιατρός κ. Γιάννης Βαβατσικλής, ο δημοσιογράφος Δάμων Δαμιανός, ο ποιητής κ. Γιάννης Στρούμπας, καθώς και πολλοί εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας της πόλης.
 
Στο πάνελ της παρουσίασης βρέθηκαν ο κ. Χάρης Μιχαλόπουλος, ποιητής και επίκουρος καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας του ΤΕΦ του ΔΠΘ, η κ. Ιωάννα Παπαδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια του ΤΕΦ του ΔΠΘ και η κ. Κατερίνα Σχοινά, φιλόλογος και Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων της ΔΔΕ Ροδόπης.
 
Την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος κ. Νατάσσα Βαφειάδου, ενώ αποσπάσματα των δύο βιβλίων ζωντάνεψαν αριστοτεχνικά οι ηθοποιοί κ.κ. Μαρία Παπαδοπούλου και Φιλοποίμην Ανδρεάδης.
 
Παρών στην εκδήλωση και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής και εκδότης του «Μανδραγόρα», ο οποίος αναφέρθηκε επίσης στο έργο αλλά και την προσωπικότητα του συγγραφέα. 

Χάρης Μιχαλόπουλος «Η “Λίλια” μία επί σκηνής πολυφωνική και γεμάτη πικρία, ειρωνεία και χιούμορ πραγμάτευση του έρωτα, της ποίησης, της ζωής, της ελευθερίας» 

Την αρχή έκανε ο κ.Χάρης Μιχαλόπουλος, η εισήγηση του οποίου ήταν αφιερωμένη στο θεατρικό «Λίλια». Ο ίδιος ωστόσο, ξεκίνησε με την αναφορά του στο πρόσωπο του εκδότη κ. Κώστα Κρεμμύδα και στις εκδόσεις «Μανδραγόρας» στην οικογένεια του οποίου ανήκει και ο ίδιος.
 
«Ο Κώστας ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που πιστεύουν ακόμα στις παρέες. Στις παρέες όχι ως συντεχνιακές ομάδες ή ως δίκτυα γνωριμιών (κοινωνικών ή/και λογοτεχνικών). Αλλά στις παρέες ως κοινότητες ανθρώπων που έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν ή να γράψουν, κάτι ουσιαστικό να μοιραστούν» τόνισε «γι’ αυτό και ο “Μανδραγόρας”, τόσο ως περιοδικό όσο και οι εκδόσεις, είναι πάντα ανοιχτός σε καθετί φρέσκο, ειλικρινές, ανατρεπτικό από όσο μακριά και αν έρχεται».
 


Προχωρώντας στη «Λίλια» ο κ.Μιχαλόπουλος αναφέρθηκε αναλυτικά στις 14 σκηνές που εμπεριέχονται στο θεατρικό, με τον έρωτα, την επανάσταση, μια σκάφη γεμάτη χειρόγραφα βουτηγμένα σε βότκα, πυροβολισμούς και ένα γραμμόφωνο όπως τόνισε να «αποτελούν μερικές μόνο ψηφίδες της Λίλιας».
 
«Το έργο αρθρώνεται σε δεκατέσσερις σκηνές, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη με σχεδόν ασθματικό ρυθμό συνθέτοντας ένα πολυπρισματικό καλειδοσκόπιο λόγου και δράσης» συνέχισε κάνοντας λόγο για μία γραφή γεμάτη νεύρο και ένταση.
 
«Ο λόγος του λιτός, μα καίριος εξυπηρετεί αποτελεσματικά όχι μόνο τη θεατρική δράση αλλά και την ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα έλεγε κανείς πως το έργο αποτελεί θεατρική δραματοποίηση του ερωτικού τριγώνου Μαγιακόφσκι, Λίλια και Όσιπ Μπρικ[…] Ο έρωτας στο έργο του Χαρτοματσίδη παίζει κεντρικό ρόλο, δίχως όμως να εξαντλείται στο συναίσθημα. Η εναλλαγή των σκηνών ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου» τόνισε.
 
Αναφερόμενος στο σημείωμα αυτοκτονίας το οποίο αναφέρεται στο θεατρικό ο κ. Μιχαλόπουλος επεσήμανε πως «οι δύο διαφορετικές εκδοχές του πραγματικού σημειώματος αποτυπώνουν με τρόπο έκδηλο και καταλυτικό την αμφισβήτηση από πλευράς του συγγραφέα της επίσημης εκδοχής της ιστορίας». «Τόσο οι προσθήκες που υπαγορεύει η Λίλια όσο και το κείμενο που διαβάζει η Νόρα αποτελούν πράξεις υπονόμευσης και αντίστασης ενάντια στην επίσημη καταγραφή της ιστορίας» συνέχισε για να υπογραμμίσει πως  «το θεατρικό έργο δεν αποτυπώνει την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της ιστορίας. Το θεατρικό έργο ανατέμνει την ιστορική πραγματικότητα προσφέροντας τη δυνατότητα μιας εσωτερικής θέασης, τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής ανάγνωσης των γεγονότων», δίνοντας επιτέλους την ευκαιρία στους πρωταγωνιστές να αποκτήσουν τη χαμένη τους φωνή, να προσφέρουν τη δική τους εναλλακτική, ακόμα και αντιφατική, εκδοχή, να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο στην αλήθεια.
 
«Η  Λίλια του Χαρτοματσίδη ξεπερνά κατά πολύ την έστω και εναργή λογοτεχνική καταγραφή σπουδαίων στιγμών ενός κορυφαίου ποιητή, όπως είναι ο Μαγιακόφσκι. Έχω την αίσθηση πως πρόκειται μάλλον για μια επί σκηνής πολυφωνική και γεμάτη πικρία, ειρωνεία και χιούμορ πραγμάτευση του έρωτα, της ποίησης, της ζωής, της ελευθερίας» κατέληξε. 

Κατερίνας Σχοινά «Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης επιστρατεύει την πεζογραφία του στην υπηρεσία της βαθιά ταπεινωμένης ανθρωπότητας» 

Τον λόγο έλαβε ακολούθως η κ.Κατερίνα Σχοινά, η οποία μίλησε για την συλλογή διηγημάτων «Μπαρ: Οι νεράιδες». Όπως εξήγησε η ίδια αντιμετώπισε τα 11 διηγήματα που εμπεριέχονται σε αυτή ως «επεισόδια μιας ευρύτερης ιστορίας, τα οποία  μυθιστορηματοποιούν τη μικρή φόρμα και υπόρρητα, σε σιωπηρή συμφωνία με τον αναγνώστη τους, εκτείνονται περαιτέρω σε χρόνο, χώρο, πρόσωπα και πλοκή, περικλείοντας στην ενότητά τους τη διαχρονική και διατοπική ιστορία της ανθρωπότητας, συνείροντας σε μία γλώσσα την πολυφωνία της».
 
«Οι ήρωες του Χαρτοματσίδη και σε αυτό το βιβλίο κρύβουν συχνά “την πικρία όλων των πονεμένων και καταφρονεμένων της ρώσικης λογοτεχνίας”, φανερής λογοτεχνικής κοιτίδας του συγγραφέα. Είναι όλοι τους απλοί άνθρωποι βασανισμένοι από τη ζωή, άλλοτε κινούμενοι στο περιθώριο της κοινωνίας, σαλοί και αποσυνάγωγοι, κάποτε ψευτόμαγκες, πόρνες και οι προαγωγοί τους, συχνότατα εγκατεστημένοι σε λαϊκές φτωχοσυνοικίες με τα παιδιά τους ξεχασμένα από τον Αϊ Βασίλη της ευμάρειας, συνήθως ριγμένοι στην αναγκαστική υπερορία, μοιρασμένοι κατά κανόνα ανάμεσα σε δύο πατρίδες, όπως, εξάλλου, συμβαίνει και με τον ίδιο τον συγγραφέα, που γεννήθηκε στη Βουλγαρία από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες και παλιννόστησε στην Ελλάδα» είπε, εξηγώντας πως οι άνθρωποι στα διηγήματα του συναντιούνται με τις μυθικές γοργόνες, αποσπούν τις χορεύτριες από τις ταπισερί του τοίχου και παρασύρονται σε μακρινά ταξίδια μαζί τους, επικοινωνούν με τις ουράνιες Πλειάδες, είναι τα «Ιερά παιδιά» με προορατικό χάρισμα, βγάζουν χλευαστικά τη γλώσσα τους στις ασφαλείς βεβαιότητες των χλευαστών τους, γίνονται αγγελιαφόροι των αγαπημένων νεκρών, καταδικάζονται σε δυσμένεια από τις κοινωνίες στις οποίες διαβιούν, ευνοούνται, όμως, από την υψηλή προστασία της extra sense και των μυστικών της δυνάμεων.
 


«Με άλλα λόγια, στην ανθρωπογεωγραφία του Χαρτοματσίδη λησμονείται η πεπατημένη οδός. Οι ήρωές του κατοικούν στα σκοτεινά, σε μια παγκόσμια χώρα κάτω από τον τόπο των άλλων, κάτω και πάνω από τον χρόνο των άλλων, μεταξύ μυθικής και πραγματικής διάστασης του χωροχρόνου, σε μια ετεροτοπία που ο κόσμος της πλειονότητας χλευάζει γιατί δεν κατανοεί» συνέχισε υπογραμμίζοντας πως ο Χρήστος Χαρτοματσίδης στην συλλογή του αυτή  «καταλύει τον τόπο και τον χρόνο, γκρεμίζει με πάταγο τους ναούς της αυταπάτης, “σηκώνει προειδοποιητικά το δάχτυλο” στους ψευδοθεούς της και “βαράει με τη γροθιά του” τα είδωλά της, με αναπεπταμένη τη ματιά του στη “μεγάλη επιστροφή”  του Παππού και των αγώνων του, του νεραϊδόκοσμου και της μαγικής του αλήθειας, της ελπίδας και της δικαιοσύνης, εν τέλει στην επάνοδο του εκπατρισθέντος (σαν τους ήρωες του Χαρτοματσίδη) “Καλού Θεού”».
 
«Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης επιστρατεύει την πεζογραφία του στην υπηρεσία της βαθιά ταπεινωμένης ανθρωπότητας, αντλώντας από την ανεξάντλητη πηγή της λογοτεχνίας και της μυθολογίας, μιλώντας στον αναγνώστη με ειλικρινή αγάπη και πικρή ειρωνεία για το Μεγάλο Σχέδιο που καλεί σε περισυλλογή και ελπίδα∙ μια αίσθηση γλυκιάς ζάλης, μερικά μεθυστικά ποτά στο καθαρτήριο Μπαρ “Οι νεράιδες”» κατέληξε. 

Ιωάννα Παπαδοπούλου «Μέρος της μαγείας της θεατρικής μυθοπλασίας του Χρήστου Χαρτοματσίδη είναι να σκεφτούμε και να ψάξουμε ο καθένας μόνος του» 

Τα γνωρίσματα της γραφής  του Χρήστου Χαρτοματσίδη μέσα από τα έντεκα διηγήματα του «Μπαρ: Οι νεράϊδες» με εκτενείς ωστόσο αναφορές και στο θεατρικό «Λίλια» απαρίθμησε η κ. Ιωάννα Παποδόπουλου.
 
 Γνωρίσματα όπως οι σύντομες προτάσεις που παρέχουν διαυγή νοήματα αλλά όπως υπογράμμισε  υποκρύπτουν αμφισημίες και εμβάλλουν ή εξάπτουν προβληματισμούς, χάρη στη λειτουργία της τεχνικής της μεταφοράς και της αλληγορίας, οι λεπτομερείς και ανάγλυφες «σχεδόν σαν χρωματιστές ζωγραφικές εικονοποιίες», περιγραφές και η αδρομερής αλλά επαρκής τραγική διαγραφή των χαρακτήρων, η δημιουργία ατμόσφαιρας που κινείται από το τοπίο/τόπο στους πρωταγωνιστές σε σημείο που ενίοτε να καθορίζει τη δράση τους, το παιχνίδι με τον ρυθμό,  η διαλογική προσμονή και η σκόπιμη ασάφεια,  ο εγκιβωτισμός ιστοριών, το απροσδόκητο και αναπάντεχο ως αναμενόμενο χάρη ακριβώς στην ευκαιρία, δηλαδή στην κατάλληλη στιγμή  καθώς και η χρήση της κατάλληλης στιγμής και το δέσιμο της αφήγησης σε μια φαινομενικά χαλαρή αλλά παράλληλα αλυσιδωτή συνοχή.
 


Και τα 11 διηγήματα σύμφωνα με τη δική της ανάγνωση «διακρίνονται από μια Στωική προσμονή για τη θεία πρόνοια που φροντίζει για ανθρώπους, αν και οφείλω να υπογραμμίσω ότι τα διηγήματα δεν έχουν τόνο θεολογικό, αλλά αμιγώς φιλοσοφικό, μια φιλοσοφικής υφής και χροιάς αναζήτηση και συζήτηση για το άγνωστο, τη θεϊκή δύναμη και τις σκοτεινές και φωτεινές εκφάνσεις της στην ανθρώπινη ζωή».
 
«Οι πρωταγωνιστές που επιλέγει ο Χαρτοματσίδης είναι ήρωες ταπεινότατοι και κατατρεγμένοι (Μπαρ «οι νεράιδες) ή ήρωες ιδιόρρυθμοι σε μια διαρκή αναζήτηση της αγάπης και του θανάτου (Λίλια), όπως τους παρουσίαζε στις τραγωδίες του ο Ευριπίδης, με θεατρικό χώρο τη Βόρειο Ελλάδα και κυρίως την Κομοτηνή και τις γύρω περιοχές, του οποίου όμως λανθάνουν ο συνεκτικός ιστός των διηγημάτων, η θεατρική υφή τους και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, όπως επίσης ότι επίκεντρο είναι ο μύθος για τις νεράιδες στη βρύση της Μαρώνειας» συνέχισε για να επισημάνει απευθυνόμενη προς τον συγγραφέα πως «ο κόσμος που χτίζεις για τους ήρωές σου και στα δύο έργα δεν είναι υπερβατικός είναι υπέρ-ρεαλιστικός και  ρομαντικός παράλληλα[…] μέρος της μαγείας της θεατρικής μυθοπλασίας σου είναι να σκεφτούμε και να ψάξουμε ο καθένας μόνος του ∙ εξάλλου το θέατρο, το καλό θέατρο, θέτει ερωτήματα, δεν προτείνει και δεν δίνει λύσεις».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine