«Δεν θα μάθεις ποτέ»

24.06.2017 09:44

Toυ Σπύρου Κιοσσέ* - E-mail: skparatiritis@gmail.com

[με αφορμή μια τυχαία συνάντηση]

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Είχα να τον δω πολλά χρόνια. Αξύριστος, με λεκιασμένο πουκάμισο, καθόταν μόνος του στο διπλανό τραπέζι σκυμμένος πάνω σε έναν ακατάστατο σωρό από χαρτιά που είχε απλώσει μπροστά του. Σημείωνε κάτι, έσβηνε, καθόταν σκεφτικός. Ήταν από τους πρώτους μαθητές μου. Τέλη του ’90, νεοδιόριστος και αγχωμένος εγώ, σε επαρχιακή πόλη του Βορρά, που την ήξερα μέχρι τότε μόνο για το εμπόριο γούνας και τη λίμνη της. Δύσκολη χρονιά. Το κρύο τσουχτερό. Το Γυμνάσιο ευτυχώς καλά οργανωμένο, η Διευθύντρια αυστηρή αλλά δίκαιη, οι μαθητές, όπως αποδείχτηκαν, φιλικοί και συνεργάσιμοι.
 
Τον θυμόμουν καλά. Είχα το τμήμα του σε όλα τα φιλολογικά. Αυτός από τα πιο κοφτερά μυαλά. Αν και εξαιρετικός στη λογοτεχνία και στη γλώσσα, οι γονείς του τον πίεζαν να στραφεί στα μαθηματικά. Οικονομολόγο τον ονειρεύονταν. Η οικογένεια δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο, είχαν μια μικρή αξιοπρεπή επιχείρηση, άνθρωποι εργατικοί και τετραπέρατοι. Οι εργασίες του στο μάθημα της λογοτεχνίας ξεχώριζαν παρασάγγας από αυτές των συμμαθητών του. Τις διάβαζα στην τάξη, κι αυτός, με μια φυσική σεμνότητα, κατέβαζε το κεφάλι ή περιέφερε το βλέμμα του στο δάσος που εκτεινόταν δίπλα στο Σχολείο. Ρομαντικό κι ευαίσθητο παιδί. Ονειροπόλο.
           
Κάποια φορά, θυμάμαι, σε μια άσκηση παραγωγής λόγου, είχε συνθέσει ένα κείμενο μάλλον εξομολογητικό. Το θέμα αφορούσε τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Αν και χρησιμοποιούσε γενικόλογες εκφράσεις και τυποποιημένα παραδείγματα, κατάλαβα πόσο πολύ πιεζόταν από τους γονείς του να ακολουθήσει έναν δρόμο που δεν ήθελε. Ο ίδιος αγαπούσε τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τις τέχνες. Αν και τα κατάφερνε περίφημα και στις θετικές επιστήμες, οι αριθμοί τον βασάνιζαν. Ένα ανομολόγητο βασανιστήριο και ταυτόχρονα ειρωνικό, γιατί, τυπικά τουλάχιστον, ήταν αόρατο στους άλλους: πάντα εικοσάρια στα μαθηματικά. Στο τέλος της χρονιάς, όταν όλοι οι μαθητές του τμήματος μου έφεραν αποχαιρετιστήρια δώρα, αυτός μου χάρισε μια συλλογή του Λειβαδίτη. «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Έτριβα τα μάτια μου. Μαθητής επαρχιακού Γυμνασίου να διαβάζει ποίηση. Και μάλιστα Λειβαδίτη … Έμαθα πολλά εκείνη τη χρονιά, περισσότερα από όσα είχα διδάξει στους μαθητές μου.
 
Χρόνια μετά, συναντήθηκα τυχαία στη Θεσσαλονίκη με κάποια από τις μαθήτριες του τότε τμήματός του, που είχε περάσει στη Φιλολογία. Τεταρτοετής, πώς περνούν τα χρόνια, εγώ καθηγητής σε Λύκειο του κέντρου, να κανονίσουμε οπωσδήποτε να ξαναβρεθούμε. Την ρώτησα γι’ αυτόν. Τον θυμόταν, φυσικά, αλλά, τι τα θες, τα έξυπνα πουλιά, ενώ αυτή, κοιτάξτε, μέτρια μαθήτρια, πέρασε από τις τελευταίες, αλλά, οκ, μια χαρά τα πάει, χρωστάει μαθήματα, αυτός όμως τρεις φορές και δεν τα κατάφερε, οι γονείς του τον έστειλαν στην Αγγλία να σπουδάσει, Οικονομικά, αλλά κι εκεί τα παράτησε στη μέση, γύρισε πίσω, ήμασταν μαζί, ξέρετε, τώρα δεν κάνει να σας τα λέω αυτά, αλλά σε λίγο θα είμαστε συνάδελφοι, ε;, καλό παιδί, δεν λέω, αλλά πολύ διάβαζε, ούτε βόλτες βγαίναμε, δεν του άρεσαν οι καφετέριες και τα μπαράκια, μόνο περιπάτους στη φύση ήθελε να πηγαίνουμε, μου έγραφε και ποιήματα, κάπου πρέπει να τα έχω, αλλά πολύ μονόχνωτος, κύριε, τον θυμόσαστε από τότε, σωστά;, όταν είχαμε χωρίσει, εγώ το ζήτησα φυσικά, μου άφηνε στο σπίτι κάθε μέρα ένα γράμμα με σκέψεις του, στιχάκια και τέτοια, ρεζίλι στην πολυκατοικία, είδα κι έπαθα να τον κάνω να σταματήσει, μετά ευτυχώς ήρθα Θεσσαλονίκη, μου στέλνει κανένα μέιλ πού και πού, μέχρι εκεί, κι όταν πάει να ξεφύγει, του το κόβω, του είπα ξεκάθαρα ότι είμαι με ένα παιδί της Ιατρικής, περνάμε τέλεια, οι φοιτητές της Ιατρικής και του Πολυτεχνείου συχνάζουν στο κυλικείο της Φιλοσοφικής, εκεί τον γνώρισα τον Πέτρο, κι από καλή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, εύπορη, κι ο πατέρας του γιατρός, αλλά σας ζάλισα, με περιμένουν και για καφέ, χάρηκα που σας είδα, να σας δώσω και το κινητό μου.
           
Είχα να τον δω πολλά χρόνια. Από μαθητή. Αξύριστος, με λεκιασμένο πουκάμισο,σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας. Δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω στην αρχή. Μόνο τα μάτια του είχαν μείνει τα ίδια, η έκφρασή τους, κι οι κινήσεις των χεριών του. Τον πλησίασα χαρούμενος, αν και λίγο σφιγμένος. Ούτε αυτός με αναγνώρισε. Το βλέμμα του άδειο. Το πρόσωπό του ανέκφραστο. Μετά σα να διέκρινα μια σύντομη λάμψη, όταν κατάλαβε ποιος ήμουν. Τον ρώτησα με τι ασχολείται. Είχε τελειώσει με άριστα το Οικονομικό στην Αθήνα, μου είπε, και τώρα έκανε μεταπτυχιακά στην Αγγλία. Δεν είπα τίποτα. Έκανα ότι τον πιστεύω. Το αμήχανο χαμόγελο κι η σιωπή μου ίσως με πρόδωσε. Έπρεπε να φύγει, είχε ήδη αργήσει, πώς περνάει η ώρα όταν έχεις δουλειές. Μάζεψε τα χαρτιά του, μου έδωσε το χέρι του τυπικά κι έφυγε βιαστικός.

Επέστρεψα στο τραπέζι μου. Οι σκέψεις συγκεχυμένες, τα αισθήματα μέσα μου κουβάρι. Κοίταξα στο πάτωμα. Κάτω από την καρέκλα που καθόταν ήταν πεσμένο ένα φύλλο χαρτιού. Έσκυψα και το μάζεψα μηχανικά. Φωτοτυπία από βιβλίο οικονομικών, όπως φαινόταν, στα αγγλικά. Ασυναίσθητα, γύρισα στην πίσω σελίδα. Ένα πυκνογραμμένο κείμενο γεμάτο μουτζούρες και διορθώσεις με κόκκινο στυλό. Πλήρωσα γρήγορα κι έτρεξα να τον προλάβω. Είχε εξαφανιστεί. Έβαλα τη φωτοτυπία στην τσάντα μου κι έμεινε ξεχασμένη εκεί. Μέρες μετά, μπορεί και μήνες, πίσω στο σπίτι μου, ενώ έψαχνα κάποιο άρθρο για ένα επιστημονικό κείμενο που έγραφα, έπεσε ξανά στα χέρια μου το χαρτί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά βάλθηκα πεισματικά να το καθαρογράφω. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά καθώς προχωρούσα στην αντιγραφή. Το σώμα μου μούδιαζε. Δεν ξέρω αν το είχε γράψει ο ίδιος ή αν το είχε αντιγράψει από κάπου. Στο κάτω μέρος της σελίδας ήταν γραμμένη η φράση: «Ό,τι για σένα φύλαγα, τώρα σ’ όλον τον κόσμο θα μοιράσω.», κι από κάτω τα αρχικά Ε.Κ. Το Κ. θα μπορούσε να είναι το αρχικό του επωνύμου του. Το Ε. όμως; Έστειλα το κείμενο σε δυο τρεις φίλους συναδέλφους μου, που ασχολούνται ερευνητικά με την ποίηση. Δεν μπορούσαν να το ταυτίσουν με κάποιον γνωστό λογοτέχνη. Ίσως κανένας από «αυτούς τους νέους». Είναι και τόσοι πολλοί. Γέμισε ο τόπος «ποιητές».
           
Μια σκέψη μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό. Παίρνω το κινητό και σχηματίζω τον αριθμό της παλιάς μου μαθήτριας. Καθώς χτυπάει το τηλέφωνο, ακούγεται μια φωνή λαϊκή, που τραγουδάει με εξεζητημένο σπαραγμό για έρωτες, αρρώστιες της καρδιάς και πόνους αγιάτρευτους. Από αυτά που ακούς στο ραδιόφωνο κι αλλάζεις αμέσως σταθμό. Εγώ τουλάχιστον. Ας μην γενικεύω. Προφανώς. Απαντά. Έχει μόλις ξυπνήσει. Έκπληξη, νύστα κι απορία τι να θέλω, σε ισόποσες δόσεις. «Θέλω να σου διαβάσω κάτι, συνάδελφοι είμαστε πια, να μου πεις τη γνώμη σου.». Έκδηλη η χαρά για την εκτίμηση που έδειχνα στη γνώμη και τις ικανότητές της. Αρχίζω να διαβάζω αργά, όπως όταν διαβάζω στην τάξη, και κυρίως όσο πιο ατάραχα μπορούσα:
 

Δε θα μάθεις ποτέ
πόσο βαθιά σ’αγάπησα
και πόσο αλλιώς
και πόσο η δική μου η αγάπη
διέφερε από των άλλων ανθρώπων την αγάπη
γιατί κανείς άλλος δεν ξέρει ν’αγαπά
γιατί ποτέ κανείς δεν έμαθε πώς ν’αγαπά
γιατί κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ ακούσει
πόσο δυνατά σε φώναζαν οι λέξεις μου
να νιώσει ότι εσένα παρηχούσαν
κι ότι όλοι οι στίχοι μου με τ’ όνομά σου ήταν συνταιριασμένοι
με ομοιοκαταληξία σφιχτή και πλούσια
και κάθε εικόνα και μεταφορά μου
εσένα απεικόνιζε και τη δική σου μορφή μετέφερε
μα ούτε κι εσύ θα το μάθεις ποτέ
πόσο βαθιά σ’ αγάπησα
και πόσο αλλιώς
γιατί είχες μάθει ν’ αγαπάς με των άλλων ανθρώπων την αγάπη
με των άλλων ανθρώπων τον τρόπο συνήθισες να προφέρεις την αγάπη
σα να’ταν απλό συνονθύλευμα γραμμάτων
α και γ και α ξανά και πι κι ένα ήτα στο τέλος και τέλειωσε
έτσι νόμιζες
μα η αγάπη δεν τελειώνει
δεν είναι απλό συνονθύλευμα γραμμάτων
ούτε σωρευτική παράταξη φθόγγων που κάτι απλό τυχαίνει να σημαίνουν
γιατί μαζί με κάθε α ανάβουν αστέρια άπειρα που λάμπουν μες στα μάτια αυτών που αγαπούν όπως εγώ
και πίσω απ’το γάμμα – κοίτα –γιορτές, γιορτές ατέλειωτες, ατέλειωτη γιορτή το ν’αγαπάς όπως εγώ
και το πι, το κατάλαβες πια, πίστη προσφέρει
πίστη ακλόνητη κι άδολη κι άφθαρτη κι απαρασάλευτη, όπως η δική μου,
και το ήτα δεν τελειώνει τη λέξη, την ηλεκτρίζει, την επεκτείνει εις το διηνεκές με την ταχύτητα φωτός άσβεστου από ήλιο λαμπρό
που φωτίζει μα δεν καίει το πρόσωπο αυτών που αγαπούν όπως εγώ
και τη φλεγόμενη ψυχή τους
μόνο τα ανήλιαγα σκοτάδια καίει αυτών που δεν αγάπησαν ποτέ
κι αξιώθηκαν κάποτε στη ζωή τους αυτό,
να αγαπήσουν, όπως σ’αγάπησα εγώ,
κι επειδή ακριβώς, αγάπη μου,
των άλλων ανθρώπων η αγάπη 
τόσο ρηχή, τόσο τυχαία και συνηθισμένη είναι
τόσο απλή και μονοσήμαντη
τόσο θαμπή και γκρίζα κι ασταθής,
γι’ αυτό ούτε οι άλλοι άνθρωποι
μα ούτε κι εσύ, αγάπη μου,
θα μπορέσεις ποτέ να συλλάβεις 
πόσο βαθιά 
σ’ αγάπησα
και πόσο αλλιώς.
 
Σιγή, εκατέρωθεν. Ενός λεπτού. Μετά, ένα μακρόσυρτο εκνευριστικό γελάκι. «Τι να σας πω; Βασικά, θα σας πω κάτι, αλλά μη γελάσετε. Μου θυμίζει κάτι που μου είχε στείλει αυτός, ξέρετε για ποιον λέω, ε; Το είχα διαβάσει πολύ βιαστικά, μέχρι τη μέση κιόλας, δεν προλάβαινα παραπάνω, οπότε δεν είμαι σίγουρη. Αλλά μοιάζει πολύ. Ίσως υπάρχει κάπου στο πατρικό μου, αν δεν πέταξε η μάνα μου όλη την παλιατζούρα που μαζεύω. Τα μάθατε, ε; Είναι καλά τώρα. Η τελευταία αγωγή που του δώσανε στην κλινική έκανε θαύματα. Θα μείνει κι άλλο μέσα, φυσικά. Α, δεν σας είπα! Αρραβωνιάστηκα. Κάνω και μεταπτυχιακό στην …».

Περισσότερες ανα-γνώσεις από τον Σπύρο Κιοσσέ εδώ
 
*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι φιλόλογος

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine