Πατέρα στο σπίτι

23.12.2017 12:34

Γράφει ο Σπύρος Κιοσσές*

[με αφορμή ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη]

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Χάιδεψε απαλά με την άκρη του δείκτη του τις ράχες από το πιο πρόσφατο απόκτημά του: τη δερματόδετη έκδοση των «Απάντων» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα. Εκδόσεις Βίβλος, Αθήναι 1954. Στη βιβλιοθήκη του φιλοξενούνταν ήδη όλο το έργο του Σκιαθίτη πεζογράφου, σε ποικίλες εκδόσεις, καθώς και ένα πλήθος από μελέτες γι’ αυτόν, άρθρα, αφιερώματα, κ.λπ.. Από μικρό τον γοήτευε η γραφή του Παπαδιαμάντη, οι λεπτομερείς περιγραφές, ο τρόπος αφήγησης, η γλώσσα του. Ξεκινώντας από τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματά του, διασκευασμένα για παιδιά, είχε διαβάσει σχεδόν όλο το έργο του πριν τελειώσει το Λύκειο. Είχε αποστηθίσει μάλιστα και το σύντομο Αυτοβιογραφικό του Σημείωμα. «Εγεννήθην εν Σκιάθω τη 4η Μαρτίου 1851. […] Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν όπου ήκουσα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά …».
 
Κι ο ίδιος στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών είχε εγγραφεί, όπου παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα, ανελλιπώς όμως αυτός, όχι κατ’εκλογήν. Από τους πρώτους είχε περάσει, πρώτος μετ’ επαίνων τελείωσε. Διάβασε και τον όρκο. Γι’ αυτό και μετά το πτυχίο («εκ μικράς επαρχιακής πόλεως ορμώμενος αξιωθείς του βαθμού Άριστα») προχώρησε σε μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Στη συστηματική μελέτη της λογοτεχνίας τον είχε οδηγήσει η αγάπη του για τον Παπαδιαμάντη, τον «εργάτη του ηθογραφικού διηγήματος», όπως τον χαρακτήριζε ο Λίνος Πολίτης. «Η νοσταλγία είναι το βασικό και το μόνιμο στοιχείο στον Παπαδιαμάντη· είναι η δύναμη και η αδυναμία του.».
 
Και τώρα εδώ, στο γραφείο του. Φιλόλογος γνωστός πλέον για την επιστημονική του κατάρτιση και τη μεθοδολογική του ακρίβεια, είχε μελετήσει πλήθος Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων και έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως. Γερά οπλισμένος με θεωρητικά εργαλεία και μεθόδους κειμενικής προσέγγισης στην επιστημονική του φαρέτρα, ευρυμαθής και διεισδυτικός στις μελέτες του, είχε αποφασίσει από καιρό να συγγράψει ένα πόνημα που ήταν σίγουρος ότι θα αναδεικνυόταν ως το σημαντικότερό του: μία μονογραφία για τον αγαπημένο συγγραφέα των παιδικών και εφηβικών του χρόνων.

Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία από το πρωί, αν και παραμονές Χριστουγέννων. Οι πόρτες του γραφείου κλειστές, η οθόνη του υπολογιστή αναμμένη, το έγγραφο του Word ανοιχτό. Τίτλος του εγγράφου: «Α. Παπαδιαμάντης βιογραφούμενος». Στο μυαλό του είχε έτοιμο το σχέδιο της μελέτης, τις υποθέσεις εργασίας, το θεωρητικό πλαίσιο. Ακόμη και τους τίτλους των κεφαλαίων είχε σκεφθεί: «Γράμματα – σπουδάματα: ο Παπαδιαμάντης και η τυπική εκπαίδευση», «Από το νησί στο κλεινόν (;) άστυ – και πάλι πίσω», «Ειδολογική και ιδεολογική αναζήτηση», «Δημοφιλία και απομόνωση, θαυμασμός και κριτική». Ένα κεφάλαιο που θα εξέταζε τη γλώσσα και τις αφηγηματικές τεχνικές, οπωσδήποτε. Κι ένα ακόμη, που θα αφορούσε την πρόσληψη και την αισθητική αποτίμησή του ανά εποχή. Τελικά τι ήταν ο Παπαδιαμάντης; Λόγιος κοσμοκαλόγερος, λεπτός ψυχογράφος, οξύς κριτικός, ανεδαφικά ρομαντικός, ερωτικός ή θυμόσοφος; Τίποτε ή κάτι από αυτά; Ή μήπως όλα μαζί; Θα εξέταζε τα παραπάνω ζητήματα ενδελεχώς και θα πρότεινε, όπως πάντα, τις δικές του ερμηνείες, όταν τελείωνε τη συγγραφή. Ούτε μια λέξη ωστόσο δεν είχε επιβιώσει τόσους μήνες. Κάτι ξεκινούσε να γράψει, κάποτε σελίδες ολόκληρες, στο τέλος της ημέρας όμως όλα έπεφταν θύμα στο αδηφάγο πλήκτρο του Delete. Γεφύρι που γκρεμιζόταν από τη δική του απαιτητική, συχνά αδυσώπητη, κριτική ματιά. Ήταν αυστηρός με όλους, μα πιο πολύ με τον εαυτό του. Άτεγκτος στην επιστήμη, αλλά και στην καθημερινότητά του.
 
Τράβηξε προσεκτικά έναν τόμο από το ράφι της βιβλιοθήκης και κάθισε στην καρέκλα του γραφείου. Άνοιξε μηχανικά κάποια σελίδα κι άφησε ασυναίσθητα το βλέμμα του να γλιστρήσει στις φράσεις του Παπαδιαμάντη που βρέθηκαν τυχαία μπροστά του:
«— Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.
— Χωρίς πεντάρα;
— Ναι.
— Και τι έγινε ο πατέρας σου;»

Χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την αιτία, ένιωσε μέσα του μια ξαφνική ανησυχία, που όμως δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει την ανάγνωση. Είχε πολύ καιρό να διαβάσει το συγκεκριμένο διήγημα, ίσως και χρόνια. Ήταν ένα από τα «αθηναϊκά» διηγήματα, γραμμένο το 1894, έναν χρόνο μετά την επίσημη κήρυξη χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους. «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», με τα λόγια του Χαριλάου Τρικούπη, Δεκέμβριο του 1893. Κι ο ίδιος είχε ζήσει μικρός μια άλλη οικονομική κρίση της Ελλάδας. Δημοτικό πήγαινε τότε. Δύσκολα χρόνια. Στερημένα από υλικά μέσα, στη φτωχή προσφυγική συνοικία της επαρχιακής πόλης καταγωγής του. Μα κι απ’ το γέλιο στερήθηκε. Της μάνας του, όταν … Τι τα θυμάται, τώρα; Πάνε, πέρασαν.

Μια φτωχογειτονιά της Αθήνας το σκηνικό της ιστορίας του Παπαδιαμάντη. Ήρωές της τα μέλη μιας οικογένειας που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης, κυρίως μετά την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα. Αφορμή ένα μικρό αγόρι. «…δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.».

«Ήτο πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λαμπρούς μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον. Και με παιδικήν χάριν, με σπαρακτικόν εν τη αθωότητι μειδίαμα, επρόφερεν εκάστοτε την φράσιν ταύτην, της οποίας όλον το βάθος δεν ήτο ικανόν να κατανοήση, τόσον ώστε οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε, καθώς εγώ, πολλάκις το εκάλουν, και απέτεινον αυτώ την άνω ερώτησιν του μικρού παντοπώλου της γειτονιάς, μόνον και μόνον δια ν' ακούσωσιν από το στόμα του την απόκρισιν.»

Ο αφηγητής βρίσκεται στο μπακάλικο της γειτονιάς τη στιγμή που το ζωηρό πεντάχρονο αγόρι, με τα λαμπρά μεγάλα μάτια και τη σπαρακτική αθωότητα, πηγαίνει να ζητιανεύσει λίγο λάδι. Ομοδιηγητικός αφηγητής. «In medias res» η αφήγηση. Τίποτε ιδιαίτερο από άποψη τεχνικής ή διαγραφής των χαρακτήρων. Νιώθει όμως μια περίεργη συμπάθεια για αυτό το μικρό αγόρι, τον γιο του Μανόλη του Φλοεράκη.  

«Προ εννέα ετών ο Μανόλης ο Φλοεράκης είχε νυμφευθή την Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Εκ της συζυγίας ταύτης εγεννήθησαν πέντε τέκνα, εξ ων το τρίτον ήτο το παιδίον εκείνο. Ο Μανόλης ήτο ξυλουργός, αλλά δεν διέπρεπε πολύ επί φιλοπονία. Ειργάζετο, οσάκις είχεν εργασίαν, από την Τρίτην έως την Παρασκευήν. […] Πλην η οικογένεια ηύξανε, σχεδόν κάθε χρόνον. Ανά εν κουτσουβέλι, ή κατσιβέλι, εγεννάτο τακτικά κάθε δεκαοκτώ μήνας, με κανονικότητα απελπιστικήν. Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο. Η εργασία εγένετο σπανιωτέρα. Η ραπτική μηχανή παρερρίφθη εις μίαν γωνίαν, ετέθη εις αχρηστίαν. Η Γιαννούλα, μη προφθάνουσα ν' απογαλακτίση εν μωρόν, και αρχίζουσα να βυζάνη αμέσως άλλο, μόλις επαρκούσα δια να πλύνη ράκη, δεν είχε πλέον καιρόν να ράπτη υποκάμισα. Ο Μανώλης δεν έπαυσε να μεθύη τακτικά από το Σαββατόβραδον έως το εξημέρωμα της Δευτέρας. Η Γιαννούλα δεν είχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τα παιδιά δεν είχον πάντοτε ψωμί. Η εστία σπανίως ήτο αναμμένη. Η γυνή εγόγγυζεν. Ο Μανόλης, όταν ήρχετο, την έτρωγε από την γρίνια. Τα παιδιά έκλαιαν. Η αχυροστρωμνή ήτο τρύπια. Η κουβέρτα δεν ήρκει να σκεπάση τα τρία μεγαλύτερα παιδιά.»

Τα προβλήματα εντείνονται. Η οικονομική κρίση που προσβάλλει σαν καρκίνος που εξαπλώνεται τον κοινωνικό ιστό, την οικογένεια, το άτομο.  Ανέχεια, ζήλειες, καβγάδες, μία παλιά ερωτική γνωριμία του πατέρα, που επανέρχεται στο προσκήνιο, εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας. Που είχε σβήσει προ πολλού:
«Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χωρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν και χωρίς ραπτικήν μηχανήν! Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον, και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά, αλλά δεν εννόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μίαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη, εις τον άλλον κόσμον.
Και ητιολόγει την αίτησίν του λέγον:
— Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!»

Ξεκίνησε να γράφει με ρυθμό πυρετώδη. Ερμηνευτικές παρατηρήσεις, γλωσσικά σχόλια, απόδοση λόγου, σκιαγράφηση χαρακτήρων. Όμως στο μυαλό του παρμένει εμμονικά η εικόνα του μικρού αγοριού. «Πενταετές παιδίον ζωηρόν». «…δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.». Όχι, δεν πρέπει να παρασυρθεί στην παγίδα του συναισθηματισμού, στη θυμική πλάνη. Αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα είναι, που χτίζει τη συμπάθεια του αναγνώστη προς τους χαρακτήρες του διηγήματος. Ρεαλιστική ηθογραφία. Πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτά. Στη φιλολογική ανάλυση, στην εφαρμογή της αφηγηματολογίας. Εστίαση, αναδρομές, ενδοδιήγηση … Μα το μικρό παιδί εκεί, στα μάτια, στο μυαλό, στις αναμνήσεις του. Μόνο που τώρα ήταν λίγο πιο μεγάλο. Πέμπτη Δημοτικού πήγαινε, κι έκανε πως έπαιζε όταν άκουσε τον πατέρα να λέει στη γυναίκα του, παραμονές Χριστουγέννων, ότι θα έφευγε για δουλειά στο εξωτερικό. Ότι δεν γινόταν αλλιώς. Είχε ήδη αγοράσει το εισιτήριο. Πρέπει να φύγω, το ξέρεις, άνεργος είμαι εδώ, μ’ ένα επίδομα πώς θα ζήσουμε; Τόσα έξοδα. Και το παιδί έχει ανάγκες όσο μεγαλώνει. Για εκείνον λέει. Όχι ανάγκες δεν έχει, τίποτα δεν χρειάζεται, τίποτα δεν θα ζητάει πια, μην τον ακούς, μαμά, μην τον αφήσεις να φύγει. Ανάγκη έχω μόνο εσάς, να σας βλέπω μαζί, κι εγώ κοντά σας να μεγαλώνω, να με βλέπετε να προοδεύω, κοίτα, μπαμπά –είδες, δεν είδες;– όλα άριστα τα έχω στο Σχολείο, ο δάσκαλος λέει πως είμαι ο καλύτερος  μαθητής, θα προκόψω, θα πάω στην Αθήνα, στο Πανεπιστήμιο, κι εσύ θα είσαι εκεί, μαζί με τη μαμά, και θα με καμαρώνετε, κι εγώ όλο θα προοδεύω. Μη φύγεις μπαμπά, πώς θα γυρνάω από το Σχολείο και δεν θα βρίσκω πατέρα στο σπίτι; Ή, αν πρέπει να φύγεις, πάρε κι εμένα μαζί, και τη μαμά, όλοι μαζί, τίποτε άλλο δεν χρειάζομαι, να, τα ρούχα που φοράω κι αυτό το βιβλίο που μου χάρισες. Τα «Χριστουγεννιάτικα διηγήματα» του Παπαδιαμάντη.  
 

*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι φιλόλογος και εργάζεται στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine