«New Year’s Resolutions»

13.01.2018 11:57

Toυ Σπύρου Κιοσσέ* - E-mail: [email protected]

[«τα έργα σου / που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου / που βγήκαν όλα πλάνες …» Κ. Π. Καβάφης, Απολείπειν ο θεός Αντώνιον]

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Αρχές του χρόνου. Κάθε χρόνου. Τέτοιες μέρες θα κατέγραφε πάντα αναλυτικά τους στόχους του για τη χρονιά που ξεκινούσε. Το είχε αποφασίσει πριν χρόνια, τότε που πήγαινε αγγλικά στο φροντιστήριο της γειτονιάς του. Εκείνη τη χρονιά έκαναν ένα κείμενο με τον Arthur, τη Mary και τον Bruce. Οι Άγγλοι ήρωες –πόσο ωραία περνούσαν στην πατρίδα τους, τη μακρινή Αγγλία, πόσο όμορφη χώρα, τι ωραία τα σπίτια, κι οι διάλογοι, τόσο ευγενικοί, όλο «please» και «thank you», ακόμη και η αντιζηλία Arthur και Bruce για την καρδιά της γλυκιάς και λεπτεπίλεπτης Mary γινόταν με τόση αβρότητα. Κι όλα τόσο βολικά και ξεκάθαρα, ο καλός, καημένος, καχεκτικός Arthur, αδέξιος, φτωχός πλην τίμιος, θα μπορούσε να είναι Έλληνας σε παλιές ελληνικές ταινίες τώρα που το σκεφτόταν, κι ο Bruce, μ’ ένα αντιπαθητικό χαμόγελο σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, πλούσιος, ωραίος, με γραμμωμένο κορμί και με παχύ, αρρενωπό μουστάκι, αλλά πονηρός κι απατεώνας. Οι Άγγλοι ήρωες, λοιπόν, στην αρχή κάθε χρόνου έπαιρναν τις «New Year’s resolutions», τις «αποφάσεις της Νέας Χρονιάς», και προσπαθούσαν να τις τηρήσουν πάση θυσία. Αυτό θα έκανε κι ο ίδιος. New Year’s resolutions, κάθε χρόνο από δω και πέρα.
           


Είχε καλλιεργήσει μια εμμονική προσκόλληση με τη συνήθεια αυτή. Χρόνια μετά, όταν δίδασκε πια ο ίδιος στο συνοικιακό φροντιστήριο αγγλικών, είχε μεταφράσει κι ένα ποίημα του μεγάλου Βρετανού λογοτέχνη και νομπελίστα Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ με αυτόν ακριβώς τον τίτλο. Ο Κίπλινγκ, γνωστός για το «Το βιβλίο της ζούγκλας», αλλά και για ποιήματά του όπως το «Αν …», είχε προβληματιστεί κι αυτός, μια Πρωτοχρονιά στα τέλη του 19ου αιώνα, με τις αποφάσεις που θέλουν να παίρνουν οι άνθρωποι τέτοιες μέρες –και με τις πιθανότητες υλοποίησής τους. Κι ας είχε κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας μόλις στα 42 του, συνομήλικός του όταν μετέφραζε το ποίημα:
 
I am resolved – throughout the year
To lay my vices on the shelf;
A godly, sober course to sterr
And love my neighbours as myself –
Excepting always two or three
Whom I detest  as they hate me.
 
Έλαβα απόφαση σ’ όλο το χρόνο
Κακίες και πάθη στην άκρη ν’ αφήσω
Βίον ενάρετον κι εγκρατή να βιώνω
Τους πλησίον μου ως εαυτόν ν’ αγαπήσω
Μα απ’ τη λίστα αυτή δυο τρεις θα βγουν
Που απεχθάνομαι όσο κι αυτοί με μισούν.
 
Αρχές του χρόνου πάλι. Τόσα χρόνια είχε αποφασίσει σχεδόν τα πάντα: να αρχίσει γυμναστήριο, να τρώει πιο υγιεινά, να κόψει το κάπνισμα, να ξεκινήσει κάποιο χόμπι, να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους. Να μάθει να μαγειρεύει, να ζωγραφίζει, να χορεύει ταγκό, να γίνει εθελοντής σε κάποια φιλανθρωπική, ή έστω φιλοζωϊκή, οργάνωση. Να ταξιδέψει. Να προσπαθήσει να κοιμάται περισσότερο και καλύτερα, για να μην ξυπνάει κουρασμένος κάθε μέρα. Να πηγαίνει συχνότερα στον γιατρό και να κάνει τις εξετάσεις που του έγραφε. Να μειώσει το άγχος του, αυτό που έκανε τις παλάμες του να ιδρώνουν σε καινούργιες κι απειλητικές, όπως τις ένιωθε, περιστάσεις, και να μη δίνει καν το χέρι για χειραψία. Να γίνει πιο κοινωνικός, πιο μαχητικός, πιο σίγουρος για τον εαυτό του, πιο δημιουργικός, πιο ευγενικός, πιο χαμογελαστός, πιο … Γενικά, να γίνει πιο.
 
Κάποια από αυτά τα είχε αποφασίσει δυο και τρεις φορές. Έκανε ότι δεν θυμόταν αυτή τη λεπτομέρεια και τα ξανάγραφε στη λίστα του, που σημείωνε με στρογγυλά μεγάλα γράμματα κατά τρόπο τελετουργικό σ’ ένα μπλε σπιράλ τετράδιο, που εικόνιζε στο εξώφυλλο τον Μικρό Πρίγκιπα να τον τραβούν στον ουρανό με κόκκινες κλωστές έντεκα μικρά πουλιά. Στο φόντο ζωγραφισμένα αστέρια και πλανήτες να στροβιλίζονται γύρω του.Φέτος όμως η σελίδα ανοιγόταν λευκή μπροστά του. Όχι ακριβώς λευκή, για την ακρίβεια. Οι γαλάζιες γραμμές που χώριζαν τη σελίδα, λόγω του μικρού μεγέθους του τετραδίου,την έκαναν να μοιάζει με πεντάγραμμο. Που περιμένει να συνθέσω τις νότες για τη μελωδία της επέκεινα ζωής μου, αναλογίστηκε αυτάρεσκα για τη μεταφορά που είχε σκαρώσει. Του άρεσε να σκέφτεται μεταφορικά. Αντιλαμβανόταν όλη του τη ζωή ως μια μεταφορά ή, μάλλον, ως μια αλληγορία, που έκρυβε βαθύτερα νοήματα, πίσω από τη φαινομενική πεζότητα που διέκρινε την καθημερινή του ρουτίνα. Έπρεπε να υπάρχουν βαθύτερα νοήματα πίσω από την πεζή καθημερινότητά του. Δεν γινόταν παρά να υπάρχουν. Μα φέτος είχε ξεμείνει από αποφάσεις. Ή μήπως όχι;
Την γνώριζε δύο χρόνια. Είχε επισκεφθεί για διακοπές την Ελλάδα και έμεινε γιατί αγάπησε τη χώρα. Πώς έτυχε η όμορφη αυτή Βρετανίδα να διδάσκει αγγλικά στην πόλη του, και μάλιστα στο συγκεκριμένο φροντιστήριο, δεν είχε το θάρρος να ρωτήσει. Και τι όμορφη σύμπτωση, να τη λένε Mary, να είναι γλυκιά και λεπτεπίλεπτη, κι ευγενική, όλο «please» και «thank you».Μέχρι εκεί η μεταφορά. Ή μήπως όχι; Αντώνη έλεγαν τον ίδιο, κάθε άλλο παρά καχεκτικός ήταν βέβαια, είχε, όμως, ερωτευτεί μ’ έναν έρωτα αγνό, όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, την ξένη, που την ένιωθε πιο δική του από οποιονδήποτε στη ζωή του. Έπρεπε, ωστόσο, να της το πει, να της το δείξει. Αν και φοβόταν ότι ήταν ήδη αργά. Όλο και πιο συχνά την έβλεπε να φεύγει από τη δουλειά με τον Γιώργο, παλιό του συμμαθητή και ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου. Πλούσιος, ωραίος και μυστακοφόρος. Όχι, δεν ήταν αργά, έπρεπε να της το πει, πριν οι συνθήκες τον οδηγήσουν να ξεστομίσει στον μοναδικό του φίλο το «Et tu, Brute», όπως αναφωνεί ο Καίσαρ στο έργο του Shakespeare «JuliusCaesar», που διάβαζε τελευταία στα άγρυπνα βράδια του.
 
Θα της μιλούσε. Αυτό θα έκανε. Ναι, σίγουρα αυτό θα έκανε. Αν είχε ξεκινήσει το γυμναστήριο, αν είχε αρχίσει να τρώει πιο υγιεινά, αν είχε κόψει το κάπνισμα. Αν κοιμόταν περισσότερο, αν είχε λιγότερο άγχος. Αν είχε γίνει πιο κοινωνικός, πιο μαχητικός, πιο σίγουρος για τον εαυτό του. Αν πήγαινε συχνότερα στον γιατρό κι αν είχε κάνει τις εξετάσεις που του είχε γράψει πέρυσι, τέτοιο καιρό, για την καρδιά του. Τώρα, όμως, ο Αντώνης ένιωθε να παραλύει σταδιακά όλο του το κορμί. Πεσμένος στο πάτωμα, ευτραφής και με ιδρωμένες παλάμες. Το τελευταίο που θυμάται, έντεκα μικρά πουλιά να φτεροκοπούν γύρω του με κρεμασμένες στα ράμφη τους μικρές κόκκινες κλωστίτσες.

Περισσότερες αναγνώσεις από τον Σπύρο Κιοσσέ εδώ

*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι φιλόλογος

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine