Αγάπη είναι

09.02.2018 23:28

Toυ Σπύρου Κιοσσέ* - E-mail: [email protected]

[με αφορμή τη «Γιορτή των ερωτευμένων»]

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η γέννηση κι ο θάνατος. Το δίπολο της ανθρώπινης ζωής. Και  κάπου ανάμεσά τους, σε κάποια στιγμή της ζωής, ο έρωτας. Που άλλοτε οδηγεί τον άνθρωπο προς το ένα άκρο, αυτό της γέννησης και της δημιουργίας, κι άλλοτε προς το αντίθετό του, αυτό της καταστροφής και του θανάτου. Ο έρωτας, δηλαδή, ως γενεσιουργός αιτία: ως αναγέννηση του ανθρώπου, ως ενδυνάμωση σώματος, πνεύματος και ψυχής, ως κίνητρο για πράξεις ανείπωτης ομορφιάς, ως αγάπη για τη ζωή, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Αλλά κι ο έρωτας ως συναίσθημα που σε κατατρώει, σε φθίνει, σε παραλύει, σε αρρωσταίνει, σου θολώνει τον νου, σε οδηγεί ακόμη και στην καταστροφή των άλλων και του εαυτού. Από τη μια η αυτοθυσία, η υπέρβαση του εαυτού χάριν του έρωτος, κι από την άλλη η αυτοκαταστροφή, η εγωιστική και ζηλόφθονη διεκδίκηση, εξαιτίας του. Η διελκυστίνδα που βασάνιζε τον άνθρωπο από την πρώτη εμφάνισή του.
 
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ανεβάσει, ως γνωστόν, τον έρωτα στη σφαίρα του θεϊκού, προσπαθώντας να εξηγήσουν και να κατανοήσουν μέσω του μύθου τη δύναμή του, όπως έκαναν με όλες τις (υπερ)φυσικές δυνάμεις που τους ξεπερνούσαν. Πίστευαν, μάλιστα, ότι ακόμη και στους υπόλοιπους θεούς επενεργούσε καταλυτικά ο θεός Έρωτας, αυτός που προήλθε, μαζί με τη Γη, από το Χάος, σύμφωνα με τον Ησίοδο στη «Θεογονία» του:
 

Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.
 
Ο Ησίοδος αποδίδει κάποια βασικά χαρακτηριστικά του έρωτα, που αργότερα αποτέλεσαν αντικείμενο φιλοσοφικής θεώρησης, επιστημονικής εξέτασης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αρχικά, η προέλευσή του: ο έρωτας προέρχεται από το Χάος. Ξαφνικά κι «αναίτια», χωρίς εντοπίσιμους «γεννήτορες». Έπειτα, το «αθάνατον» του έρωτα: οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, ο έρωτας όμως αναδεικνύει διαχρονικά την επενέργειά του σε κάθε ανθρώπινη γενιά. Κι επίσης, η ολοκληρωτική επίδρασή του στους ανθρώπους: «λυσιμελής», με τις λέξεις του Ησίοδου, «πάντων τε θεῶν πάντων τ᾽ ἀνθρώπων δάμναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν». Αυτός που λύνει τα μέλη και δαμάζει την καρδιά και το μυαλό ανθρώπων και θεών. Ο έρωτας, δηλαδή, ως ψυχοσωματικό φαινόμενο. Όπως έχει μελετηθεί από τη σύγχρονη επιστήμη, πράγματι το συναίσθημα του έρωτα συνδέεται με την εγκεφαλική λειτουργία, τη χημεία και τη συνολική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, καθώς είναι ένα από τα πιο «πρωτόγονα» βιολογικά συστήματα εξέλιξης και διαιώνισης του είδους μας.


 
Ενώ όμως ο άνθρωπος βιώνει τα «Έρωτος αποτελέσματα», για να θυμηθούμε το βιβλίο του 18ου αι., δεν έχει  δοθεί, κατ’ ουσίαν, μέχρι τώρα μια πλήρης και πειστική εξήγησή του. Δεν μπορεί ακόμη να κατανοηθεί πλήρως η αιτία του και να εκλογικευτεί η υπόστασή του. Ίσως πρόκειται για ένα από τα τελευταία οχυρά της εμπειρίας που αντιστέκεται σθεναρά στην ανθρώπινη ερμηνεία. Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος παρέμεινε αναγκαστικά στο επίπεδο της περιγραφής και της καλλιτεχνικής του έκφρασης, ανήμπορος για κάτι άλλο πέρα από την αποδοχή του. Κι έτσι, η αποτυχία κατανόησης του έρωτα έγινε η αφορμή για υπέροχες και απόλυτα επιτυχημένες καλλιτεχνικές εκφάνσεις. Στην ποίηση, ειδικά, το θέμα του έρωτα αποτέλεσε κι αποτελεί ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
 
Η Σαπφώ χαρακτηρίζει κι αυτή τον έρωτα «λυσιμελή» και «γλυκύπικρον»:

Πάλι ο έρωτας, που λύνει τα μέλη, με ταράζει
αυτό το γλυκόπικρο, ακαταμάχητο ερπετό.
 
Γλυκός ο έρωτας, προφανώς. Αλλά και πικρός μπορεί να γίνει, ειδικά όταν είναι ανολοκλήρωτος, απατηλός ή ανανταπόδοτος. Προπάντων, βέβαια, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτόν, που σαν ερπετό, σε πλησιάζει ανεπαίσθητα και σε τσιμπάει. Μέσα όμως από τους στίχους της ποιήτριας αναδεικνύεται και μια άλλη διάσταση του ζητήματος: ο έρωτας ως απειλή, ως μάχη – «ανίκατος μάχαν», κατά τον Σοφοκλή,  που ταράζει τις ανθρώπινες ισορροπίες, πριν τον κυριεύσει κατά κράτος, λαβώνοντάς τον με τα «αναπόφευκτα» βέλη του, «τόξοις ἀφύκτοις», κατά τον Ευριπίδη, στη «Μήδεια».
 
Ο έρωτας τελικά ως συμπαρουσία αγάπης και μίσους, όπως το εκφράζει ένας Ρωμαίος ποιητής, ο Κάτουλλος:
 
Μισώ κι αγαπώ. Γιατί το κάνω αυτό, ίσως ρωτήσεις.
Δεν ξέρω, μα νιώθω να γίνεται και βασανίζομαι.
 
Odietamo: Το συναίσθημα αυτό, η κυκλοθυμική διάθεση του ανθρώπου, παραλύει το σώμα και διχάζει το μυαλό: «δεν ξέρω τι ποθώ, οι σκέψεις μου στα δυο κομμένες», διαβάζουμε στη Σαπφώ, κι ο Ανακρέων αναφωνεί: «Πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ· τρελός είμαι και δεν είμαι». Ωστόσο, η Σαπφώ, και πάλι, αναγνωρίζει τη λυτρωτική έλευση του έρωτα που μπορεί να έρχεται σαν τον αγέρα στο βουνό και ταράζει το μυαλό της («Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.»), ωστόσο δροσίζει την ψυχή που καίγεται απ’ τον πόθο:

Ήλθες – καλά που έκανες – κι εγώ σε επιθυμούσα
και την ψυχή μου δρόσισες που καίγονταν στον πόθο.

(«ἦλθες, †καὶ† ἐπόησας, ἔγω δε σ᾽ ἐμαιόμαν, ὂν δ᾽ ἔψυξας ἔμαν φρένα καιομέναν πόθωι.).
Οι έρωτες, όταν πνέουν σφοδροί και παράφοροι,
στους ανθρώπους δεν φέρνουν
ούτε φήμη καλή ούτε αρετή·
μα όταν έρχεται η Κύπρη όπως πρέπει,
δεν έχει άλλη θεά τέτοια χάρη.

τραγουδά ο χορός σε ένα χορικό της «Μήδειας» του Ευριπίδη, ένα έργο στο οποίο αποτυπώθηκε μοναδικά στην παγκόσμια λογοτεχνία η «βαρβαρότητα» του έρωτα, κατά τον Γιώργο Χειμωνά, αλλά και η υπέρβαση του εαυτού και των άλλων για χάρη του ερωμένου. Η δύναμη του έρωτα, καταλυτική, μεταμορφωτική, πολύπλευρη, που μήτε στις αισθήσεις μήτε στη λογική υποτάσσεται, περιγράφεται επίσης συγκλονιστικά στους παρακάτω στίχους από το «ειδύλλιον» «Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη (τέλος του 19ου αι.), μέσα από το στόμα της ηρωίδας του:
 
Αχ! Η αγάπη, μάνα μου, πεντάκριβη μανούλα,
χόρτο δεν είναι για να βγει με τόση ευκολία.
Είναι δεντρί βαθύρριζο, π' αν θες για να το βγάλεις,
πριχού μονάχο μαραθεί, σ' οργώνει την καρδιά σου,
βγαίνει μαζί με την καρδιά. Είν' η αγάπη βάτος,
π' αν τύχει, μάνα, και πιαστείς μέσα στις αγκαθιές του
δεν ξεμπερδεύεις εύκολα, θα φύγεις λαβωμένη.
Είν' η αγάπη θάλασσα που γλυκοκυματίζει,
κι αν τύχει τα γαλάζια της νερά σε ξεγελάσουν,
τις ομορφιές της λιμπιστείς κι απλώσεις τα πανιά σου,
δεν είναι, μάνα, βολετό πίσω για να γυρίσεις•
κι αν σε βοηθήσουν οι καιροί, με κίνδυνο μεγάλο
στην άλλη άκρη θε να βγεις• αλλιώτικα εχάθης.
 
Στην επαναγραφή σημείων του έργου από τη σύγχρονη συγγραφέα Λένα Κιτσοπούλου, ο αναγνώστης (θεατής της παράστασης) δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί στη δύναμη τόσο της αγάπης όσο και της διαχρονικής τέχνης της (περι)γραφής του:
 
Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνει
Είναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου,
Μα κάθε μέρα καρτερείς μη και γυρίσει πίσω
Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις,
Μ’ από τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.
Είν’ η αγάπη χείμαρρος, χιμά και σε συντρίβει
Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα,
Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοένα
Αγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα,
Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια.
 
Ο έρωτας στην πιο εκστατική κι απόλυτη έκφανσή του, πλέει αγέρωχος στα κύματα του παραδοσιακού δεκαπεντασύλλαβου στίχου. Αυτός, που τον ύμνησαν ή τον ξόρκισαν (μάταια) οι μεγαλύτεροι λογοτέχνες, ο έρωτας των αρχαίων λυρικών και τραγικών, του Σαίξπηρ, του Ντάντε και του Καβάφη, ο έρωτας του Καρυωτάκη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, της Σύλβια Πλαθ και της Πολυδούρη, αυτός (υποτίθεται πως) «γιορτάζει» στις 14 Φεβρουαρίου. Μια αμφιβόλου προελεύσεως, χαρακτήρα και σκοπιμοτήτων «γιορτή». Θεμιτή κι αποδεκτή κάθε κίνηση εκδήλωσης της αγάπης προς τον άλλο, εκείνη, αλλά και κάθε ημέρα του χρόνου. Ωστόσο, ένα ας προσέξουμε. Τουλάχιστον, όσο μπορούμε, ας μην εξευτελίζουμε το ερωτικό συναίσθημα, στην ανοησία των συμβάσεων του συρμού: σε ένα λούτρινο αρκουδάκι Love for ever, μια σοκολάτα (συγκεκριμένης μάρκας) και  μια ταινία (συγκεκριμένων προδιαγραφών). Η «αγάπη» αυτή συνήθως μαδάει πιο γρήγορα από το αρκουδάκι. Ξελιγώνει αντί να γλυκάνει. Γίνεται σύντομα η πιο μελανή απόχρωση του γκρι.
 
*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι φιλόλογος
 
 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine