Ο κατακερματισμός της κοινωνίας και η ρήξη της κοινωνικής συνοχής

09.03.2018 13:05

Toυ Δημήτρη Μακροδημόπουλου, E-mail: [email protected]

Με αφορμή την εξαγγελία εξαγοράς των κόκκινων δανείων των στελεχών του στρατού και των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Μετά τον υπουργό Άμυνας που είχε αναφερθεί στα δάνεια των ένστολων και των απόστρατων και ο τότε υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης κ. Παπαδημητρίου απαντώντας σε σχετική ερώτηση βουλευτή υποσχέθηκε ότι «η ρύθμιση αυτή δεν θα περιορίζεται στη δυνατότητα εξαγοράς των κόκκινων δανείων των στελεχών του στρατού από τον συνεταιρισμό των στρατιωτικών  αλλά θα έχει γενικότερη ισχύ σε ταμεία και συνεταιρισμούς υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα». Όμως, μέσα στην κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, ισοπεδώνοντας τον ιδιωτικό τομέα, όλα αυτά βαθαίνουν ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στους μισθοδοτούμενους από τον κρατικό κορβανά, τους δημοσίους υπαλλήλους, τα σώματα ασφαλείας, τους συνταξιούχους και σε όλους τους άλλους. Όταν, γνωρίζεις τις μηνιαίες αποδοχές σου πριν την κρίση αλλά και μετά και δεν μπορείς να προγραμματίσεις τη ζωή σου, τότε τι να πει ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο μαγαζάτορας, ο άνεργος, ο απασχολούμενος σε ευέλικτες μορφές εργασίας που έχουν και οικογενειακές υποχρεώσεις και οδηγούνται σε αδιέξοδα;
 
Όμως αυτό το κοινωνικό χάσμα βαθαίνει περισσότερο όχι μόνον από τις εξαγγελίες για τα κόκκινα δάνεια που αναδεικνύουν τη διαφορετική μεταχείριση των κοινωνικών ομάδων από την πολιτεία αλλά κυρίως από τους θεσμούς που το νομιμοποιούν. Παράδειγμα; Είναι οι δικαστικές αποφάσεις που ζητούν να αποκατασταθούν οι συντάξεις και οι μισθοί στα επίπεδα προ του 2012, οι οποίες δεν αφορούν μόνον τους δικαστές και τους ένστολους αλλά δικαιώνουν βαθμιαία ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, και δημιουργούν εύλογες σκέψεις: Οι μισθοί του δημοσίου και οι συντάξεις προ του 2012 είχαν διαμορφωθεί με τα δεδομένα προ της κρίσης. Αυξήθηκαν δηλαδή στα τότε επίπεδα  με τον υπερδανεισμό της χώρας που οδήγησε στην υπερχρέωση, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των κομμάτων για την εκλογική επικράτησή τους. Θα πρέπει λοιπόν να ξαναπάρει το κράτος δάνεια για να δικαιώσει το αδιέξοδο παρελθόν ως παρόν; Αλλά αν οι αποφάσεις δικαιώνουν το παρελθόν, δεν θα πρέπει να αξιολογήσουν και τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν τα δικαιώματα που σήμερα αποκαθιστούν; Διότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αγνοεί τις εκάστοτε συνθήκες, διαφορετικά οι νόμοι θα ήσαν αιώνιοι. Επειδή όμως η υπερχρέωση της χώρας καθιστά ανέφικτο τον δανεισμό της, είναι αυτονόητο ότι τα χρήματα για την υλοποίηση των δικαστικών αποφάσεων θα αφαιρεθούν μέσω του προϋπολογισμού από το σύνολο της κοινωνίας, θα αφαιρεθούν δηλαδή από τον προϋπολογισμό του 2018 και τους μεταγενέστερους. Με άλλα λόγια ολόκληρη η ελληνική κοινωνία θα ζει ετεροχρονισμένα, αφού οι κοινωνικές ομάδες που δικαιώνονται δικαστικά θα ζουν σε συνθήκες προ του 2012, δηλαδή πολύ καλύτερες του σήμερα και οι υπόλοιπες σε συνθήκες δυσμενέστερες του 2018, του σήμερα δηλαδή, αφού θα πρέπει να αφαιρεθούν πόροι του 2018 και μελλοντικά για την πληρωμή των αυξημένων πλέον μισθών και συντάξεων και των αναδρομικών. Αναπότρεπτα οι ανισότητες θα διευρυνθούν ακόμη περισσότερο.
 
Είναι όμως δυνατό να προστατεύεται το παρελθόν μερίδας του ελληνικού λαού, όταν μαζικά χιλιάδες νέων εγκαταλείπουν τη χώρα για να εργαστούν στο εξωτερικό, όταν εκατοντάδες χιλιάδες παραμένουν στην ανεργία ή προσφεύγουν στην ευέλικτη εργασία των 250-300 ευρώ μηνιαία; Γιατί δεν επενδύονται αυτά τα χρήματα, που αθροιστικά δημιουργούν μια ισχυρή βάση ανάπτυξης, ώστε να στηρίξουν την εργασία και να δημιουργήσουν προοπτικές για το μέλλον της χώρας και ενισχύουν μη παραγωγικές κοινωνικές ομάδες σε περίοδο κρίσης που ήδη έχουν ένα σταθερό εισόδημα; Και μόνον αν λάβουμε υπόψη μας ότι η «παραγωγή» ενός επιστήμονα στοιχίζει 34.000 ευρώ σε κράτος και οικογένειες και το συνολικό κόστος του brain drain μέχρι σήμερα υπολογίζεται στα 15,3 δις ευρώ (Καθημερινή 11/2/2018), δεν είναι ολοφάνερο ότι αυτή η τεράστια επένδυση θα πρέπει να αξιοποιηθεί με τη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης της χώρας και όχι με την αναμόχλευση του παρελθόντος; Πιστεύει κανείς ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες των νέων που μετανάστευσαν θα ξαναγυρίσουν στην πατρίδα που τους έδιωξε, αν τους χρειαστεί; Διότι όπως μας λέει η Αρβελέρ «πατρίδα είναι το κοινό μας ενδιαφέρον». Ποιο είναι το «κοινό ενδιαφέρον» εν προκειμένω, όταν η αφρόκρεμα της χώρας ξενιτεύεται και ένα τεράστιο ποσοστό του ελληνικού λαού αντιμετωπίζει τα αδιέξοδα της ανεργίας, της υπερχρέωσης, ενώ άλλες κοινωνικές ομάδες που διαθέτουν τα αναγκαία σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό προστατεύονται; Έτσι δεν διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή; Για να μας πει πάλι η Αρβελέρ: «Εκείνο που κάνει μια αυτοκρατορία και ένα λαό να χάνονται, είναι η ρήξη στην κοινωνική συνοχή. Όταν δεν υπάρχει το κοινό όνειρο, η ελπίδα για ένα κοινό μέλλον γιατί να είμαστε μαζί;». Στις συνθήκες που διαμορφώνονται στο Αιγαίο και στην κυπριακή ΑΟΖ και απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας είναι αυτονόητο ότι η κοινωνική συνοχή έπρεπε να αποτελεί το πρόταγμα κάθε κυβέρνησης και όχι ο κατακερματισμός της.
 
Σε ποιες συνθήκες λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις που επιτείνουν την ανισότητα; Μήπως η ελληνική οικονομία είναι σε ανάκαμψη; Την απάντηση μας δίνει ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ σε πρόσφατη συνέντευξή του σε κυριακάτικη αθηναϊκή εφημερίδα: «Δεν βλέπω, είπε, καμία πραγματική ανάκαμψη ακόμη, νομίζω απλώς πως η οικονομία έχει περιέλθει σε τέτοια ύφεση που είναι σχεδόν αδιανόητο να πάει παρακάτω. Αλλά δεν βλέπω, συνέχισε, να υπάρχει λόγος να γιορτάσουμε τη συνέχεια της ύφεσης, απλώς και μόνο επειδή δεν γίνεται χειρότερη». Ενώ αναφερόμενος στη φυγή της νεολαίας στο εξωτερικό την χαρακτήρισε «σαν μια πολιτισμική γενοκτονία».
 
«Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά το κράτος, γράφει ο Ντέιβιντ Χάρβει στην “Κατάσταση της μετανεωτερικότητας”, πρέπει να οικοδομήσει ένα αίσθημα κοινότητας εναλλακτικό απέναντι σε εκείνο που βασίζεται στο χρήμα, καθώς και να θέσει τα δημόσια συμφέροντα πάνω από τα ταξικά και διασπαστικά συμφέροντα και αγώνες που περιέχονται εντός των συνόρων του. Με λίγα λόγια θα πρέπει να νομιμοποιεί τον εαυτό του». Διαφορετικά όσο θα λειτουργεί επιλεκτικά άλλο τόσο θα απονομιμοποιείται ολοένα και περισσότερο στη συνείδηση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων που θα περιθωριοποιεί.
 
                                                                                     Αλεξανδρούπολη, 28/2/2018

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine