Παράλληλη συνύπαρξη ή εφαπτόμενη συμβίωση

17.03.2018 10:03

Γράφουν οι Αλέξανδρος Κολαΐτης και Καίτη Πανταζή*

Παράθυρο στην Ευρώπη

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Όλοι γνωρίζουμε τον ιδιαίτερο δεσμό που ενυπήρχε ανά τους αιώνες μεταξύ τέχνης και καθημερινότητας. Η τέχνη ουσιαστικά, έχει τη δύναμη να μας ευαισθητοποιήσει, καθώς και να μας αφυπνίσει για φλέγοντα και εκκρεμή ζητήματα που ταλανίζουν τις κοινωνίες του σήμερα. Κάτι ανάλογο συνέβη πρόσφατα με την πολυεθνικής παραγωγής (Σουηδία, Νορβηγία και Δανία) ταινία «Samiblood» (Sameblod), η οποία τιμήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το βραβείο LUX. Η προβολή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των διήμερων εκδηλώσεων με τίτλο «Εξερευνώντας τον Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο». Μία συνδιοργάνωση της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού, Παιδείας και Αθλητισμού, του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Europe Direct Κομοτηνής και της Δημοσιογραφικής - Καλλιτεχνικής Ομάδα “EXARTICIS”.
 
Η υπόθεση της ταινίας εκτυλίσσεται στη παγωμένη τάιγκα της βορείου Σουηδίας εν έτει 1930. Κεντρικό πρόσωπο αποτελεί ένα 14χρονο κορίτσι, η Elle Marja, που καλείται να ανταποκριθεί στις ιδιάζουσες κοινωνικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί ανάμεσα στη περιχαρακωμένη εθνοτοπική ομάδα των Λαπώνων -μέρος της οποίας αποτελεί και η ίδια- και των Σουηδών. Στις σχεδόν δύο ώρες διάρκειας της, αναδύονται οι εμπράγματες δυσκολίες ενός στείρου εκπαιδευτικού συστήματος, οι κοινωνικές προκαταλήψεις, καθώς και η ανάλογη περιθωριοποίηση των ατόμων ή των κοινοτήτων που αποκλίνουν από το γενικώς παραδεδομένο. Η βράβευση της δεν έγκειται μόνο στη καλλιτεχνική της υπόσταση, αλλά και στη θεματολογία που πραγματεύεται. Η θεματολογία αυτή -δηλαδή του δυναμικού ένταξης ή απομάκρυνσης των μειονοτικών ομάδων σε σχέση με το κυρίαρχο πολιτισμικό πλαίσιο- απασχολεί έντονα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
 
Για αρκετές δεκαετίες η παρουσία των επιμέρους εθνοτοπικών ομάδων δεν λαμβανόταν υπόψιν από την πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών κατά τη διάρκεια θέσπισης των προγραμμάτων κοινωνικής και εκπαιδευτικής τους πολιτικής. Η τυχόν δημοσιονομική ανάπτυξη που υπήρχε πράγματι σε αυτά, δεν επιδρούσε καθοριστικά στο είδος αφομοίωσης των ομάδων που υιοθετήθηκε, ενώ παράλληλα δε γνώρισε και ανάλογη διαφοροποίηση σε σχέση με την εκάστοτε πολιτική ιδεολογία και φιλοσοφία που επικρατούσε. Η ανάγκη ομογενοποίησης και συγκεντρωτισμού αποτελούσε καθολική αρχή λίγο ή πολύ όλων των κυβερνήσεων και των πολιτικών συστημάτων.
 
Η σταδιακή ανάπτυξη και ωρίμανση όμως των κοινωνιών, καθώς και η ανάδειξη άλλων αναγκών στο επιδιωκόμενο πολιτικό πρόγραμμα, όπως είναι η προστασία των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η πολιτισμική και πολιτική σύγκλιση, οδήγησε στην αναθεώρησητου ζητήματος μειονοτικών-κοινοτικών ομάδων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση -η οποία αποτελεί άλλωστε και τρανό παράδειγμα κάλυψης της τελευταίας ανάγκης- έχει εντάξει στο σχεδιασμό της ακολουθούμενης στρατηγικής «Ευρώπη 2020» την προσπάθεια άρσης κάθε κοινωνικού αποκλεισμού.
 
Η αφομοίωση όμως ως πολιτική πρακτική δύναται να ενσαρκωθεί μέσα από ποικιλότροπα σχήματα και θεσμικές παρεμβάσεις. Ένα από αυτά είναι και το είδος του επιπολιτισμού (acculturation) το οποίο ως διαδικασία αφομοίωσης στοχεύει στην επίτευξη μεγαλύτερης πολιτισμικής ομοιογένειας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες ομάδες που εν τοις πράγμασι έρχονται σε επαφή μέσα στα σύνορα ενός πολιτικού κράτους. Ο επιπολιτισμός ανάλογα με τη μορφή που προσλαμβάνει μπορεί να επιφέρει τόσο θετικές όσο και αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο και στο βαθμό συνοχής που διαθέτει. Η στειρότητα των περισσοτέρων εκπαιδευτικών συστημάτων για παράδειγμα οδήγησε σε απώλεια αρκετών πολιτισμικών χαρακτηριστικών των επιμέρους ομάδων, χωρίς από την άλλη να εγγυηθεί την ομαλή και πλήρη τους ένταξη στο σύνολο. Τα χαρακτηριστικά αυτά όμως αποτελούν και αναπόσπαστες συνιστώσες στο «αίσθημα του ανήκειν» κάθε ατόμου. Η προάσπιση και διατήρηση αυτών κρίνεται αναγκαία, όπως φάνηκε και στην κινηματογραφική οθόνη, με την πρωταγωνίστρια να έρχεται εν τέλει σε ρήξη με τον ίδιο της τον εαυτό, όταν οδηγήθηκε σε μια παραίτηση από την πρωταρχική πολιτισμική της ταυτότητα.
 
Στον αντίποδα, η διάρθρωση των θεσμικών και εκπαιδευτικών συστημάτων πάνω στον άξονα της ευαισθητοποίησης και συνυπολογισμού των χαρακτηριστικών αυτών (γλώσσα, θρήσκευμα, ενδυματολογικός κώδικας) μπορεί να επιτρέψει παράλληλη εκμάθηση και εισαγωγή τόσο στο ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον των ομάδων όσο και στο γενικότερο θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η ανάγκη δηλαδή  εκμάθησης της εκάστοτε εθνοτοπικής όσο και της επίσημης γλώσσας του κράτους επιτρέπει τη θεσμική-δομική ένταξη και επικοινωνία των μελών των ομάδων με το υπόλοιπο σύνολο. Ταυτόχρονα αυξάνει την ενεργό συμμετοχή προσφέροντας ευκαιρίες ατομικής ανέλιξης, καθώς και τη κατάκτηση της ευδαιμονίας του κάθε ατόμου. Τοιουτοτρόπως η εν λόγω πρακτική προφανώς ενισχύει τους δεσμούς της κοινωνικής συνοχής και ενισχύει το γόνιμο πολιτισμικό συγχρωτισμό.
 
Συνεπώς πρόκειται μάλλον για θέμα επιλογής, αν σε μια πολυπολιτισμική και πλουραλιστική Ευρώπη, θα υπάρχει απλώς μια παράλληλη συνύπαρξη ή πολύ περισσότερο μια ζωντανή εφαπτόμενη συμβίωση όλων των κοινωνικών ομάδων. 
 

*Ο Αλέξανδρος Κολαΐτης, φοιτητής τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας Δ.Π.Θ. και η Καίτη Πανταζή, φοιτήτρια Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. είναι εθελοντές του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης «EuropeDirect» Κομοτηνής

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine