Γιώτα Ιωαννίδου «Επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται στόχος είναι πάντοτε οι άνθρωποι να κρατιούνται ο καθένας μόνος του, καθαρός και δυνατός, όσο γίνεται, και όλοι μαζί ενωμένοι»

12.05.2018 10:45

Νατάσσα Βαφειάδου

«Το Σοχούμ μου βγήκε με μία ανάσα γιατί ήταν βιωμένο» - «Μέσω της τέχνης ο άνθρωπος θεραπεύεται, προχωράει, κατανοεί, συναισθάνεται»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

«Σοχούμ. Καύκασος. Αρχές του 20ού αιώνα. Ένας άντρας, μια γυναίκα. Η Παναΐλα και ο  Λεόντης. Έρωτας ανείπωτος τους δένει, έρωτας που με έρωτα δεν μοιάζει. Σχεδόν κυνηγημένοι, με δυο μικρά παιδιά, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη γενέτειρα πατρίδα και τους αγαπημένους τους, αναζητώντας καταφύγιο στον τόπο που πατρίδα αποκαλούσαν[…] Βιώνουν τη ζωή με ένταση και πάθος. Μες στην ξενιτιά ψάχνουν να βρουν την πατρίδα τους. Και τη βρίσκουν»
 
Την ιστορία αυτή, δύο ανθρώπων, μίας οικογένειας, μιας φυλής, μας αφηγείται μέσω της γραφής της και συγκεκριμένα του μυθιστορήματός της η κ. Γιώτα Ιωαννίδου, η οποία μοιράζεται με τους αναγνώστες της την ιστορίας της οικογένειάς της, της γιαγιάς και του παππού της, που εξορίστηκαν από το Σοχούμ της Ρωσίας, στις αρχές του 20ου αιώνα, και μαζί τους την ιστορία χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου, με τους οποίους μοιράστηκαν κοινή πορεία και μοίρα.
 
Η Γιώτα Ιωαννίδου, σήμερα, Σάββατο, και συγκεκριμένα στην Λέσχη Κομοτηναίων, στις 12 η ώρα θα βρεθεί στην Κομοτηνή, για να μιλήσει για την ιστορία αυτή. Μαζί της θα μιλήσουν για τα κοινά τους βιώματα, όπως τα έζησαν μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων τους οι κ.κ. Γιάννης Παγκοζίδης, συγγραφέας και μουσικός, ενώ μουσικές και τραγούδια θα αποδώσουν οι κ.κ. Γιώργος, Γιάννης και Ιωάννης Παγκοζίδης.
 
Σε μία εκδήλωση των Public και των εκδόσεων «Αιώρα» με την συμμετοχή των Ποντιακών Συλλόγων του ν. Ροδόπης.
 
Ο λόγος στην συγγραφέα Γιώτα Ιωαννίδου…
 
ΠτΘ: κ. Ιωαννίδου το «Σοχούμ» είναι ένα μυθιστόρημα που είναι εμπνευσμένο από την ιστορία των προγόνων σας, και ένα βιβλίο στο οποίο πολλοί εκ των συμπολιτών μας μπορούν να βρουν μέσα στοιχεία από τη δική τους προσωπική  ιστορία ως προς την κοινή πορεία που ακολούθησαν οι πρόγονοί τους όπως αυτή της οικογένειάς σας.
Γ.Ι.:
Το «Σοχούμ» αφορά στην ιστορία του παππού και της γιαγιάς μου. Της γιαγιάς μου της Παναΐλας και του παππού μου του Λεόντη, που γεννήθηκαν στο Σοχούμ, μεγάλωσαν, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν, έκαναν οικογένεια και το '38 με τις μαζικές διώξεις επί Στάλιν αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τη γενέτειρα πατρίδα τους μέσα σε μία νύχτα. Ταυτόχρονα είναι και η ιστορία πολλών ανθρώπων που είχαν ανάλογη μοίρα, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την ανάλογη δύσκολη πορεία και τελικά να  βρεθούν στην Ελλάδα, στην πατρίδα, που την είχαν πάντοτε στο μυαλό τους και την ονειρεύονταν και στην οποία ακολούθησαν μια άλλη πορεία, στην αρχή στον Πειραιά, μετά στη Δράμα, και τέλος ευτυχώς να καταλήξουν και να ριζώσουν στην Κατερίνη. Ήταν μια πορεία δύσκολη και νομίζω ότι εκτός από τους δικούς μου μια τέτοια πορεία ακολούθησαν και πολλοί άλλοι Έλληνες. 

«Προσέγγισα την ιστορία των προγόνων μου με φαντασία» 

ΠτΘ: Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πατάει σε αληθινά γεγονότα, γεγονότα  ιστορικά που καταγράφεται και συνδέεται βέβαια και με μυθοπλαστικά στοιχεία. Πώς συνδέσατε την αλήθεια με την μυθοπλασία;
Γ.Ι.:
Αν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει με ποσοστό, θα έλεγα ότι το 70% των όσων περιγράφονται είναι αληθινή ιστορία. Δεν επέλεξα να το κατονομάσω αληθινή ιστορία, γιατί ο τρόπος που την προσέγγισα, ενέχει σίγουρα μυθοπλασία. Το υπόλοιπο 30% είναι μυθοπλασία. Είναι ο τρόπος που μέσα από τη δική μου φαντασία προσέγγισα την ιστορία τους. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα πιο ακραία, τα πιο  δύσκολα κομμάτια, είναι αληθινά. Προσέγγισα απλά τις στιγμές αυτές με φαντασία, αλλά και προσοχή απέναντι στη μνήμη τους. Γι’ αυτό και το ονόμασα μυθιστόρημα. 

«Η συνύπαρξη με τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου ήταν μια συνεχής αφήγηση» 

ΠτΘ: Τι σας ώθησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος αυτού; Ήταν μια προσπάθεια διάσωσης της μνήμης σας και κατ’ επέκταση της μνήμης των προγόνων σας και όσων είχαν κοινή πορεία;  Και πώς δουλέψατε γι’ αυτό; Χρειάστηκε έρευνα;
Γ.Ι.:
Ξεκίνησα το «Σοχούμ» από καθαρά προσωπική ανάγκη. Όταν έκανα παιδιά και έγινα μητέρα, αντιμετώπισα κάποιες δυσκολίες που αισθανόμουν ότι είχαν σχέση με κάτι πέρα από εμένα, με το πώς μεγάλωσα και το πώς μεγάλωσαν και οι γονείς μου. Οπότε σε μια περίοδο αρκετά πιεστική, σε σχέση με αυτό τον ρόλο που είχα αναλάβει, άρχισα να γράφω το «Σοχούμ» πιο πολύ με την επιθυμία να καταλάβω εμένα.  Στην προσπάθειά μου να καταλάβω εμένα  άρχιζα να προσεγγίζω αυτούς, τους προγόνους μου, και πραγματικά ήταν μια πολύ οδυνηρή διαδικασία, γιατί αισθάνθηκα όλο τον πόνο τους.
 
Μια ζωή δεν αισθανόμουν τον πόνο τους και δεν μπορούσα να καταλάβω από πού αυτός προερχόταν, γιατί δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από τα γεγονότα της ζωής μου. Αρχίζοντας να γράφω το «Σοχούμ», συνδέθηκα μαζί τους και με τον πόνο τους και συνειδητοποίησα  ότι κάποια πράγματα που έζησαν, ως γεγονότα, εγώ τα μετέφερα ως βίωμα στο γονίδιό μου.
 
Ως προς τη συγγραφή γνώριζα αρκετά πράγματα, επομένως δεν χρειάστηκε καμία έρευνα.  Το βιβλίο μού βγήκε με μια ανάσα κυριολεκτικά, γιατί ήταν βιωμένο, μιας και ως παιδί περνούσα τα καλοκαίρια με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Δεν ήταν ότι οι ίδιοι αφηγούνταν της ζωή τους, αλλά υπήρχε η αφήγηση μέσα από τις στιγμές συνεχώς. Η συνύπαρξη μαζί τους ήταν μια συνεχής αφήγηση. Και η μητέρα μου τα οργάνωνε με την επανάληψη την καθημερινή. Όταν λοιπόν κάθισα να το γράψω, απλά δεν ήξερα κι εγώ ότι όλα όσα περιγράφω τα γνώριζα, γιατί τα είχα ζήσει μέσα από αυτούς. Ήμουν λοιπόν πολύ έτοιμη και ήταν η κατάλληλη στιγμή που έπρεπε να γίνει.
 
ΠτΘ: Ερχόμενη με αντιμέτωπη με αυτά τα γεγονότα, διαμέσου της γραφής σας, γεγονότα που σημάδεψαν ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, οι απόγονοι των οποίων τα κουβαλάνε επίσης μέσα τους, θεωρείτε ότι αυτό το βιβλίο και η λογοτεχνία γενικότερα, μπορεί να προσφέρει τόσο στη διάσωση της μνήμης, όσο και στην «επούλωση» των πληγών που αυτά τα γεγονότα προξένησαν;
Γ.Ι.:
Πιστεύω πάρα πολύ στην τέχνη και πιστεύω ότι μέσω της τέχνης ο άνθρωπος θεραπεύεται, προχωράει, κατανοεί, συναισθάνεται.  Οπότε σίγουρα ένα μυθιστόρημα που έχει σχέση με ένα τόσο επώδυνο, φλέγον θέμα, μπορεί να λειτουργήσει θετικά και να βοηθήσει τους υπόλοιπους κυρίως να νοιώσουν, κι όχι απλά να καταλάβουν, γιατί για να καταλάβουν υπάρχει και η ιστορία. Μια κυρία μου είπε ως σχόλιο ότι «από τότε που διάβασα το «Σοχούμ», όταν βλέπω προσφυγάκια δεν έχω την ίδια αντιμετώπιση». Αυτό τα λέει όλα. Αν μπορεί ένα βιβλίο, μια ταινία, μια παράσταση, να βοηθήσει στο να μπορούμε να συναισθανόμαστε περισσότερο τους συνανθρώπους μας, που ζουν οδυνηρές καταστάσεις,  σίγουρα έχουμε κάνει ένα βήμα.
 
Από κει και πέρα τα τραύματα, λυπάμαι που θα το πω, αλλά δεν ξέρω αν επουλώνονται. Απλά μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά και μέσα από την αλληλεγγύη, την ένωση, την κατανόηση, τον χορό, τη μουσική, την αγάπη, γίνονται πιο μαλακά, χωρίς να είναι τόσο απόλυτα οδυνηρά, όσο ήταν όταν τα έζησαν οι ίδιοι ή εμείς μέσα από τους προγόνους μας. Σίγουρα έτσι με αυτό τον τρόπο μπορεί κάποιος να συνεχίζει και να προχωράει. Ένας άνθρωπος πάντα έχει θέματα που τον πονάνε. Το ζήτημα είναι αν αυτά λειτουργούν κατασταλτικά ως προς το να προχωρήσει. Σίγουρα η τέχνη βοηθάει όλους μας να προχωράμε, γιατί αισθανόμαστε ότι αυτό που μας πονάει κι αυτό που ζήσαμε εμείς, δεν είναι μοναδικό, δεν το ζήσαμε μόνο εμείς. Αφορά και άλλους και όλοι μαζί προχωράμε. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. 

«Το μόνο που μπορεί να κάνει ο καθένας είναι να στέκεται σωστά στα πράγματα» 

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, δεδομένης της υφιστάμενης πραγματικότητας και όπως βλέπουμε το παγκόσμιο σκηνικό να διαμορφώνεται. Τι μπορούμε να διδαχτούμε από την ιστορία;
Γ.Ι.:
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πάντοτε οι άνθρωποι αναγκάζονταν να ξεριζώνονται, να μετακινούνται, να μεταναστεύουν. Το θέμα είναι όσο περισσότερη ενσυναίσθηση υπάρχει και όσο περισσότερο μπορεί κάποιος να συνδεθεί με το ανθρώπινο δράμα, λαών, φυλών, τόσο περισσότερο όλο αυτό δυναμώνει τον άνθρωπο και τον κάνει ικανό να μπορεί να στηρίξει τους άλλους με όποιον τρόπο μπορεί. Ακόμα και με τη θετική του στάση, ακόμα και με την κατανόηση. Δεν ξέρω αν πάντοτε μπορούμε να κάνουμε πραγματικά κάτι. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο καθένας, είναι να στέκεται σωστά στα πράγματα. Σ' αυτό σίγουρα βοηθάει η τέχνη. Και επειδή ποτέ δεν ξέρουμε τι μπορεί να φέρει η ιστορία, συνήθως φέρνει ανάλογες καταστάσεις, νομίζω ότι ο στόχος είναι πάντοτε οι άνθρωποι να κρατιούνται ο καθένας μόνος του, καθαρός και δυνατός, όσο γίνεται, και όλοι μαζί ενωμένοι. Ουτοπικό, αλλά υπάρχει περιθώριο.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine