Ο εσωτερικός, στην γείτονα χώρα, αντίκτυπος της Συμφωνίας των Πρεσπών

09.02.2019 11:33

Νατάσσα Βαφειάδου

Ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας μιλά για την χρήση της αλβανικής ως δεύτερη επίσημη γλώσσα, την ισχυροποίηση του Αλβανικού στοιχείου λόγω ΝΑΤΟ και Ε.Ε. και τον στόχο για την ομοσπονδοποίηση του κράτους

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Μία άλλη οπτική επί των όσων εμπεριέχει η Συμφωνία των Πρεσπών, πέραν της διμερής πλευράς αυτής, γνωστοποίησε με πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή» ο πολύπειρος δημοσιογράφος κ. Σταύρος Τζίμας.
 
Στο άρθρο του με τίτλο «Αλβανικό σοκ για τους Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ» που δημοσιεύτηκε στις  αρχές της εβδομάδας αναφέρεται στην εκκίνηση των συζητήσεων στο Κοινοβούλιο της Βόρειας Μακεδονίας, πλέον, και στην Αλβανική γλώσσα, από την προηγούμενη Πέμπτη.
 
Όπως εξηγεί στο άρθρο, «μέχρι τώρα οι Αλβανοί βουλευτές μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους, αλλά ο πρόεδρος της Βουλής, παρότι Αλβανός και ο ίδιος, ήταν υποχρεωμένος να διεξάγει τη συζήτηση στη σλαβομακεδονική. Πλέον, από την προηγούμενη Πέμπτη, με τη χρήση της αλβανικής ως επίσημης δεύτερης γλώσσας, ο Ταλάτ Τζαφέρι (πρόεδρος του Κοινοβουλίου) θα διευθύνει τις διαδικασίες στη δική του γλώσσα, υποχρεώνοντας τους Σλαβομακεδόνες βουλευτές να κάνουν χρήση των ακουστικών διερμηνείας. Για τη σλαβομακεδονική κοινή γνώμη, κυρίως την προσκείμενη στο VMRO DPMNE και τους υπέρμαχους του μακεδονισμού, είναι ένα ακόμα σοκ».
 
Καλεσμένος στην εκπομπή «Με το Ν και με το Β» ο κ. Τζίμας εξήγησε πως πρόκειται για ένα κομμάτι του εσωτερικού, στην γείτονα, αντίκτυπου της Συμφωνίας των Πρεσπών, με ιδιαίτερη σημασία λόγω των πολυεθνοτικών και κυρίως διεθνοτικών χαρακτηριστικών αυτής, την σλαβομακεδονική που θεωρείται και η πιο ισχυρή και η ανερχόμενη Αλβανική. 

«Χωρίς τους Αλβανούς δεν θα υπήρχε συμφωνία» 

Ο κ. Τζίμας αρχικά εξήγησε πως το κομμάτι του Αλβανόφωνου πληθυσμού ήταν και αυτό που έκρινε το αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την έγκριση της Συμφωνίας στην γειτονική χώρα. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά «χωρίς τους Αλβανούς δεν θα είχε υπάρξει καμία συμφωνία, διότι οι αλβανοί συμμετέχουν στην κυβέρνηση, έχουν μια συμπαγή κοινοβουλευτική  δύναμη και ήταν αυτοί που έβαλαν πλάτη στον Ζάεφ για να καταρτίσει και να προχωρήσει αυτή τη συμφωνία». Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους το Αλβανικό κομμάτι προώθησε την Συμφωνία των Πρεσπών ο ίδιος αναφέρθηκε σε δύο κορυφαίους στόχους των Αλβανών, που αφορούν στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., καθότι θεωρούν πως έτσι θα επιτύχουν την ύπαρξη μιας «ομπρέλας προστασίας» απέναντι κυρίως στους ιστορικούς εχθρούς της περιοχής τους, ήτοι τους Σέρβους καθώς και την άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου αντίστοιχα.
 
Οι κορυφαίοι αυτοί λοιπόν στόχοι τους, οι οποίοι είχαν τεθεί ήδη από την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας το 2001 διά της οποίας τερματίστηκαν οι αιματηρές συγκρούσεις με τους Σλαβομακεδόνες και ετέθη το πλαίσιο της μεταξύ τους, αρμονικής συμβίωσης μελλοντικά, επιτυγχάνονται.
 
Όπως εξήγησε ο ίδιος πλέον η αλβανική θα είναι ισότιμη με τη μακεδονική – ανήκουσα στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών, και θα ισχύει erga omnes σε όλη την επικράτεια, γεγονός βέβαια που δεν έγινε αποδεκτό ούτε με ευκολία ούτε «αναίμακτα». Συγκεκριμένα ο  πρόεδρος Γκιόργκι Ιβάνοφ επιχείρησε να μπλοκάρει την αναγνώριση αρνούμενος να υπογράψει το διάταγμα για τη γλώσσα, που οδήγησε και στην παράκαμψή του από τον Ζόραν Ζάεφ ο οποίος ανέθεσε την υπογραφή στον Αλβανό  πρόεδρο της Βουλής που φυσικά υπέγραψε, ενώ και οι εθνικιστές έχουν εκφράσει ήδη τις αντιδράσεις τους καθότι «βλέπουν να γίνεται ένα πολύ μεγάλο βήμα από την αλβανική μειονότητα για την συνδιοίκηση του κράτους, ήτοι την ομοσπονδοποίησή του».
 
Στο πλαίσιο αυτό, όπως εξήγησε ο κ. Τζίμας, οι Αλβανοί έχουν μία σειρά επιπλέον αιτημάτων που αναμένεται να προωθήσουν με στόχο και την de facto ομοσπονδοποίηση του κράτους. Χαρακτηριστικά ανέφερε «η σλαβομακεδονική πλειοψηφία και οι άλλοι σλάβοι, Σέρβοι, φιλοβούλγαροι που είναι μέσα, βλέποντας να έχουμε αλβανική επέλαση στο εσωτερικό, αναρωτιούνται αν σιγά σιγά το κράτος θα κατακυριευθεί δημογραφικά, θεσμικά από τους Αλβανούς. Αυτό ως γεγονός προκαλεί μια αντισυσπείρωση από τους σλαβομακεδόνες, την οποία επιχειρούν και καλοβλέπουν να κεφαλαιοποιήσουν, σε βάθος χρόνου - σε ιστορικό χρόνο -  τα πιο συγγενή φύλα που είναι οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι.  Εξ ου και η πιο ιδιαίτερη στάση που κρατούν μέχρι σήμερα απέναντι στο ζήτημα αυτό».
 
Με το χάσμα όμως αυτό ανάμεσα σε Αλβανούς και Σλάβους, συνέχισε ο ίδιος «αρχίζει και μεγαλώνει το εθνοτικό ρήγμα και οι μεν Αλβανοί αρχίζουν και κοιτάζουν προς την πίσω πλευρά των σημερινών συνόρων, όπου βλέπουν ότι Κόσσοβο και Αλβανία ήδη γκρεμίζουν de facto τα σύνορά τους, και από τη άλλη πλευρά η Σερβία πάει να τα βρει με το Κόσσοβο και με ανταλλαγές εδαφών, δημιουργώντας de facto μια εθνική ομογενοποίηση των Αλβανών της βαλκανικής. Σε μια τέτοια περίπτωση οι Αλβανοί της FYROM θα κοιτάξουν να προσδεθούν στο άρμα της ιστορίας που περνάει μπροστά τους, που είναι η εθνική ομογενοποίηση τους ή όπως άλλοι το λένε “Μεγάλη Αλβανία”». 

«Να δούμε τι μας συμφέρει» 

Ο κ. Τζίμας στάθηκε ιδιαίτερα στην αντισυσπείρωση που δημιουργεί στους σλαβομακεδόνες η «αναβάθμιση» αυτή του αλβανικού στοιχείου, τονίζοντας πως «σε βάθος χρόνου ενδεχομένως να έχουμε εξελίξεις», για να εξηγήσει πως ως χώρα «θα πρέπει να δούμε αν μας συμφέρει εμάς να έχουμε στα βόρεια σύνορά μας μια μεγάλη Αλβανία και μια μεγάλη Βουλγαρία ή ακόμα και μια μεγάλη Σερβία και πώς  θα αντιδράσουμε τόσο εμείς, όσο και η Τουρκία».
 
Ως προς το πώς μία πιθανή ομοσπονδοποίηση της γείτονα θα έφερε θετικά χαρακτηριστικά ο ίδιος εξήγησε πως το θετικό σενάριο θα ήταν να μείνει πως προς όφελος της Ελλάδας θα ήταν το κράτος αυτό να συνεχίσει να υφίσταται, έστω και ομόσπονδο, δεδομένου ότι δεν θα μας συνέφερε η δημιουργία νέων συνοριακών συμμαχιών στα Βόρεια σύνορά μας.

«Να μην τροφοδοτηθεί το μίσος μεταξύ των δύο χωρών» 

Κλείνοντας ο ίδιος θέλησε να σταθεί και στα όσα έχουν διαδραματιστεί εντός της Ελλάδας με αφορμή την συμφωνία των Πρεσπών για να τονίσει πως δεν θα πρέπει «να τροφοδοτηθεί ανάμεσα στους λαούς των δύο χωρών το μίσος». «Υπήρξε διχασμός στην ελληνική κοινωνία, υπήρξε διχασμός και στην κοινωνία πίσω από τα σύνορά μας. Δεν υπήρξε όμως όπως το 1991 διχασμός ανάμεσα στους Έλληνες και τους Σλαβομακεδόνες, ωστόσο σήμερα παρατηρούνται κάποια φαινόμενα ανησυχητικά» σημείωσε για να δώσει το παράδειγμα περιστατικών που σημειώθηκαν στην Θεσσαλονίκη με το τρύπημα των λαστίχων σε αυτοκίνητα με πινακίδες της γείτονα χώρας ή την ματαίωση ταξιδιών από τουριστικά γραφεία προς την Οχρίδα, την ώρα βέβαια που οι επισκέψεις στα καζίνο και στην αγορά συνεχίζονται κανονικά. Ο κ. Τζίμας εξέφρασε τα ερωτηματικά του σχετικά με την σκοπιμότητα τέτοιων κινήσεων για να ευχηθεί κλείνοντας « τα περιστατικά αυτά να είναι μεμονωμένα και δεν θα τροφοδοτηθούν από οργανωμένες ομάδες».


ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine