Ιερωνυμικά Αντιπατριαρχικά Αντικανονικά Ατοπήματα (Μέρος Α΄)

21.09.2019 12:00

Του Ιωάννου Ελ. Σιδηρά*

Η σθεναρή υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπεράσπιση των Ιεροκανονικών Δικαίων αυτού επί των Πατριαρχικών Εκκλησιαστικών Επαρχιών των Νέων Χωρών κατά την περίοδο της Δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974)

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Συγκλονίζει μέχρι και σήμερα το κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 1922 τιτλοφορούμενο υπό του ιδίου του Αγίου ΕθνοϊερομάρτυροςΜητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου «όλως εμπιστευτικόν σημείωμα και γράμμα» αυτού προς τον αοίδιμο Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ του Μεταξάκη, στο οποίο ως εν κατακλείδι ο Σμύρνης Χρυσόστομος αναφερόμενος στο ανακύψαν κατά την περίοδο εκείνη ζήτημα περί της εκδόσεως ή όχι του Πατριαρχικού Τόμου της χειραφετήσεως των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων Χωρών γράφει προς τον Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο τα εξής: «…κλείων την εμπιστευτικήν μου ταύτην επιστολήν ικετεύω μη τυχόν δι’ αγάπην Θεού προβήτε εις την έκδοσιν του Τόμου της χειραφετήσεως των Επαρχιών Μακεδονίας, Ηπείρου και Νήσων, διότι ο Οικουμενικός Θρόνος τότε θ’ αποψιλωθή τέλεον και θα πέση εις αφάνειαν.
 
Διά πρόσκαιρα και οσονούπω καλώς διευθετηθησόμενα ανιαρά έστω πράγματα διά την Εκκλησίαν, μη επιτρέψητε, Παναγιώτατε, να δημιουργηθώσι κακά μεγάλα, οίον ήτο και το της χειραφετήσεως των Εκκλησιών της διασποράς και ιδία της Αμερικής και ενώσεως αυτών μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος πράγμα το οποίον κάλλιστα ποιούντεςεθαραπεύσατευπαγαγόντες και αύθις όλας ταύτας τας Εκκλησίας εις τον Οικουμενικόν Θρόνον».
 
Η ως άνω κραυγή ενδομύχου αγωνίας του Αγίου ΕθνοϊερομάρτυροςΜητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου ως προφητικός λόγος και αποκαλυπτική φωνή επιβεβαιούται συν τω χρόνω αδιαλείπτως και ακαταπαύστως, εάν κάποιος αναλογισθεί ότι από την εν έτει 1928 υπογραφείσα υπό του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου Γ΄ (1925-1929) Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη περί των λεγομένων πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων Χωρών διά της οποίας «επιτροπικώς» και «άχρι καιρού» ανετέθη, ουδέ παρεχωρήθη ή εξεχωρήθη μηδέ εφάπαξ και διαπαντόςεχαρίσθη, η εκκλησιαστική και μόνον διοίκηση των ως άνωεκκλησιαστικών επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου στην θυγατέρα Ορθόδοξη εν Ελλάδι Ελλάδα, έχουν καταγραφεί αψευδώς στο διάβα των δεκαετιών πλείστες όσες αντικανονικές και πραξικοπηματικές ενέργειες της καθ’ Ελλάδα διοικούσης Εκκλησίας προκειμένου να καταστεί defacto ανενεργός και ανίσχυρος η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 διά της καταπατήσεως και καταστρατηγήσεως εν όλω ή εν μέρει των διαλαμβανομένων εν αυτή όρων, όπως τούτο απεπειράθησαν ανεπιτυχώς οι αοίδιμοι Αθηνών Σπυρίδων Α΄ (1949-1956), Ιερώνυμος Α΄ (1967-1973), Χριστόδουλος Α΄(1998-2008), αλλά και ο νυν Αθηνών Ιερώνυμος Β΄, ο οποίος όμως κατά το παρελθόν επέκρινε τις μωροφιλόδοξες υπερόριες αντικανονικές ενέργειες του Αθηνών Χριστοδούλου κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
 
Ιχνηλατούντες ιστορικώς τα γενόμενα, τα όντως αντικανονικώς και πραξικοπηματικώς συντελεσθέντα ατοπήματα της Ορθοδόξου καθ' Ελλάδα διοικούσης Εκκλησίας προκειμένου να υφαρπάξει τις μηδέποτε ανήκουσες στην εκκλησιαστική ιεροκανονική δικαιοδοσία αυτής πατριαρχικές εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων Νέων Χωρών, αναγόμεθαστην εφήμαρτη εκκλησιαστική ιστορική περίοδο της εν Ελλάδι επταετούς δικτατορίας, όταν ο αντικανονικώς αναδειχθείς στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ έθεσε συστηματικώ τω τρόπω ως πρώτιστο μέλημά του να καταργήσει και ακυρώσει defacto και dejure, ενισχυόμενος υπό της τότε στρατιωτικής ελληνικής κυβερνήσεως, την Πατριαρχική και Συνοδική πράξη του 1928, ως ατυχώς και ανεπιτυχώς εμιμήθη αυτόν και ο διάδοχος αυτού Αθηνών Χριστόδουλος κατά την περίοδο κυρίως των ετών 2003-2004.
 
Οι όλως αντικανονικές και πραξικοπηματικές ενέργειες του Αθηνών Ιερωνύμου Α΄ εξεδηλώθησαν εμπράκτως κατά το έτος 1969, όταν εψηφίσθη και ίσχυσε αμέσως το υπ’ αρίθμ. Νομοθετικό Διάταγμα 126/1969 περί Καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στον οποίο, όπως γράφει σε σχετική ειδική εμπεριστατωμένη μελέτη αυτού ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Μελίτων (Καράς), «…πάντα τα ουσιώδη κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα διαλαμβανόμενα εν τη Πατριαρχική Συνοδική Πράξει κατηργούντο μονομερώς υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος, παρέμενον δε ισχύοντα μόνον όσα έχουν καθαρώς τυπικόν χαρακτήρα και αποτελούν, ούτως ειπείν, απλήνσκιάν δικαιωμάτων».
 
Άξια ιδιαιτέρας μνείας είναι τα προερχόμενα από το Αρχείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Κώδικες Διοικητικών Πρακτικών και Κώδικες Πατριαρχικής Αλληλογραφίας), καθώς και από το Αρχείο της Αρχιγραμματείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Φάκελλοι ΝέωνΧωρών) και δημοσιευθέντα έγγραφα υπό του ΜητροπολίτουΣεβαστείας Δημητρίου (νυν ΓέροντοςΠριγκηποννήσων) στο μνημειώδες πόνημα αυτού, υπό τον τίτλο: «Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 παρακωλυομένη τοις Όροις», όπου αποκαλύπτεται το εύρος και το βάθος των ανίερων και άνομων, αντικανονικών και πραξικοπηματικών ατοπημάτων της διαχρονικώς δρώσης κατά των απαραγράπτων και απαραμειώτων εκκλησιαστικών ιεροκανονικών δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των εκκλησιαστικών επαρχιών αυτού στις Νέες Χώρες θυγατρός Ορθοδόξου εν Ελλάδι διοικούσης Εκκλησίας, αλλά ιδιαίτατα κατά την επί της επταετούς στρατιωτικής δικτατορίας περίοδο της αρχιεπισκοπικής διοικήσεως του Αθηνών Ιερωνύμου Α΄.
 
Στο σχετικό κεφάλαιο του ως άνω ειρημένου ιστορικού πονήματος, το οποίο αφορά την αμετακίνητη στάση και αμετάθετη βούληση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να μην παραχωρήσει ή εκχωρήσει ή ουδέ κατ’ ελάχιστον απεμπολήσει τα επί των εαυτού εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων Χωρών απαράγραπτα δίκαια αυτού, όταν επρόκειτο να ψηφισθεί ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και αφού εν έτει 1968 είχαν ήδη αποσταλεί στο Φανάρι τα σχετικά σχέδια του άρτι συνταχθέντος νέου Καταστατικού Χάρτου και του Γενικού Κανονισμού Διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, μνείας ποιούμεθα των υπό του ΜητροπολίτουΣεβαστείας Δημητρίου δημοσιευθέντων σχετικών συνοδικώς ( 26 Νοεμβρίου 1968) διατυπωθέντων θέσεων του λογιωτάτου και πάνυ σοφού αοιδίμου Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου, ο οποίος υπεγράμμιζε εμφατικώς και μετά λύπης: «Συμμερίζομαι απολύτως, Παναγιώτατε, τα αισθήματα λύπης και ανησυχίας και τους φόβους Υμών, τοσούτω μάλλον όσωεγένοντο και άλλαι επίσημοι υποδείξεις και ουδεμία προσοχή εις τα απαράγραπτα ημών δίκαια και τας κατά καιρούς μεν, ιδία δε εσχάτως διαφωτιστικώς τη Εκκλησία της Ελλάδος γραφέντα επεδείχθη προσοχή. Εις επίμετρον υπάρχει εν τω εν σχεδίω Καταστατικώ, άρθρον, διαλαμβάνον ότι δικαιούνται ίνα παρακάθηνται τακτικώς και εκτάκτως εν ταις συνεδρίαις της διαρκούς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως παρατηρηταί, οι Ιεράρχαι Κρήτης και Δωδεκανήσου, τουθ' όπερπρόδηλον ότι αποτελεί τρόπον τινά γέφυραν αποσκοπούσαν να ενώση και να αφομοιώσηοργανικώς τας επαρχίας ημών μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος.
 
Επί του λίαν τούτου ευαισθήτου σημείου, δέον όπως όλως ιδιαιτέρως επιμείνωμεν. Προς τοις ως άνω έχω να παρατηρήσω, ότι ουδείς περί δικαιώματος εκκλήτου του Οικουμενικού Πατριαρχείου λόγος. Φρονώ ότι επιβάλλεται ημίν όπως, ως οίοντάχιον, διά γράμματος ημών προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος, Ιεράρχαι της οποίας ως ο Νευροκοπίου και Ζιχνών κ. Νικόδημος, εξέφρασαν περί των Επαρχιών του Θρόνου γνώμην, δημοσιευθείσαν μάλιστα εις το επίσημον περιοδικόν της Εκκλησίας της Ελλάδος, ζητήσωμεν τον από μέρους αυτής σεβασμόν των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διατηρηθέντων απαρασαλεύτων υπό τας γνωστάς αυτή συνθήκας, διά μέσου των αιώνων, και την ανάλογον κατοχύρωσιν αυτών δι’ ειδικών άρθρων, διαλαμβανομένων εν τω υπό εψήφισιννέω Κατασταστικώ αυτής».
 
Επί της αυτής γραμμής πλεύσεως κινούμενος ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και προ της ψηφίσεως του νέου Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέστειλε επίσημο Πατριαρχικό Γράμμα προς την Ελληνική Πολιτεία ζητώντας «expressisverbis», όπως «ενεργήση προς καταχώρισιν εν τω Καταστατικώ Χάρτη άρθρων κατοχυρούντων σαφώς και ευκρινώς τα κανονικά δικαιώματα του Θρόνου επί των επαρχιών αυτού, καθώς και των εκ της Πράξεως του 1928 απορρεουσών διά την ΕΕ υποχρεώσεων ως προς την διοίκησιν των επαρχιών των Νέων Χωρών».Μετά δε την ψήφιση του νέου Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας με νέο Πατριαρχικό Γράμμα τόσο προς τον Αθηνών Ιερώνυμο όσο και προς την Ελληνική Κυβέρνηση ζητούσε να συμπεριληφθεί στο κείμενο του Καταστατικού Χάρτου σχετικό άρθρο διά του οποίου θα εδηλούτο η εν τω συνόλω ισχύς της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεωςτου 1928, υπογραμμίζοντας ότι: «οι μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχέσεις διέπονται υπό των γενικών κανόνων της Εκκλησίας, ειδικώτερον δε υπό του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου περί του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Πατριαρχικής και Συνοδική Πράξεως του 1928».
 
Όταν λοιπόν εψηφίσθη ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος απετέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα των μετέπειτα αντικανονικών και πραξικοπηματικών κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου ενεργειών του Αθηνών Ιερωνύμου προκειμένου να καταργήσει εν τη πράξει (defacto) και νομκώς (dejure) την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 περί των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των λεγομένων Νέων Χωρών, συνήλθε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην οποία βαρύνουσα σημασία είχε η δημοσιευθείσα υπό του ΜητροπολίτουΣεβαστείας Δημητρίου τοποθέτηση του εμπερινούστατου αοιδίμου Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου «η και συνοψίζουσα κατά τινa τρόπο την 40ετή μέχρι τότε υπονομευτική συμπεριφορά κωφότητος της Εκκλησίας της Ελλάδος έναντι των δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ειπόντος επί λέξει: «Καίτοι παρήλθεν ικανός χρόνος, αφ’ ότου η Α. Εξοχότης, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος, απηύθυνε την προς την ΥμετέρανΘειοτά την Παναγιότητα επιστολήν Αυτού, η δε Αγία και Ιερά Σύνοδος, εν τη σχετική αυτής Συσκέψει της 18ης Φεβρουαρίου ε.έ. απεφάσισεν όπως, υπό το πνεύμα και βάσει της διεξαχθείσης κατ’ αυτήν σχετικής συζητήσεως, καταρτισθή υπό της Κανονικής Επιτροπής σχέδιον απαντήσεως, δυστυχώς, άχρις ώρας τουλάχιστον ουδέν εγένετο.
 
Εν τω μεταξύ εξεδόθη υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος το αναγνωσθέν όλως άκαιρον, άστοχον, ήκιστα ευλαβές και άκρως επικίνδυνον ανακοινωθέν, το οποίον οι πάντες μετ’ εκπλήξεως και βαθείας λύπης ανεγνώσαμεν ήδη προ ημερών δημοσιευθέν εν τω τύπω και ηκούσαμεν μεταδοθέν διά του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών, και επί του οποίου ας μοι επιτραπή, να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Δεν γνωρίζω εάν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έσπευσε να εκδώση το εν λόγω απρεπές ανακοινωθέν διατελούσα υπό το κράτος εκνευρισμού της στιγμής, ως εκ των αναγραφεισών εν τω τύπω ανευθύνων πληροφοριών, τουθ’όπερ ήκιστα αρμόζει εις την σοβαρότητα θεσμών, ως η Ιερά Σύνοδος, ή υπό την επήρειαν της δυσχερούς θέσεως εις ην περιήγαγον αυτήν τα εν καιρώ απευθυνθέντα σεπτά Πατριαρχικά Γράμματα εν σχέσει προς την κατοχύρωσιν των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου εν τω νέω Καταστατικώ αυτής Χάρτη, του θ’ όπερ αποτελεί όλωςαχαρακτήριστονενέργειαν, μαρτυρούσαν ανοίκειον, ανευλαβή και απαράδεκτον συμπεριφοράν προς την Μητέρα ΜεγάληνΕκκλησίαν. Εν πάση περιπτώσει είναι αναμφισβήτητον ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μίαν ακόμη φοράν ηδίκησε και εξέθηκενεαυ τήν ανεπανορθώτως ενώπιον της συνειδήσεως της Εκκλησίας και του Γένους. Διότι μόνον ανεξήγητος διάθεσις προς διαστροφήν των πραγμάτων και της αληθείας θα ηδύνατο να παρερμηνεύση το περιεχόμενον των σεπτών Πατριαρχικών Γραμμάτων ως παρέμβασιν εις τα εσωτερικά πράγματα της Εκκλησίας της Ελλάδος.
 
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διά των Γραμμάτων εκείνων εζήτησε και ζητεί απλώς την κατοχύρωσιν των δικαιωμάτων αυτού επί των Μητροπόλεων των λεγομένων Νέων Χωρών, εζήτησε και ζητεί απλώς τον σεβασμόν και την πιστήν εφαρμογήν κοινή, μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος συμπεφωνημένων διά της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, των οποίων συστηματικώς επιδιώκεται η καταστρατήγησις και η πλήρης κατάργησις.
 
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ως περιτράνως μαρτυρεί η μακραίων πράξις της ζωής αυτού, υπήρξεν ανέκαθεν άκρως ευαίσθητον εις τα θέματα υπερβάσεως των κανονικών δικαιοδοσιών των κατά τόπους αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, εσεβάσθη και επροστάτευσε μετά μητρικής στοργής τα δίκαια αυτών, δεν θα ήτο επομένως δυνατόν και να διανοηθή καν όπως επέμβη αυθαιρέτως εις τα εσωτερικά οιασδήτινος άλλης Εκκλησίας, του θ’ όπερ θα απετέλει ασφαλώς παρέκκλησιν και προδοσίαν της διά μέσου των αιώνων άχρι τούδε απαρεγκλίτως τηρηθείσης υπ' αυτού γραμμής.
 
Τούτο, άλλωστε, θα έπρεπε να γνωρίζουν περισσότερον και καλλίτερον παντός άλλου οι σήμερον διοικούντες την Εκκλησίαν της Ελλάδος, οι οποίοι πολύ φοβούμαι μήπως σκοπίμως ζητούν να εφαρμόσουν, δυστυχώς, την γνωστήν και όλως ανάρμοστον ψυχολογικήν μέθοδον της δημιουργίας θορύβου προς απόκρυψιν της αληθείας, συγκάλυψιν της παραβάσεως και παραπλάνησιν. Διότι και αν υποτεθή προς στιγμήν ότι αι διατυπούμεναι εις τα σεπτά Πατριαρχικά Γράμματα απόψεις ήτο δυνατόν να προκαλέσουν παρανοήσεις ή και επιφυλάξεις παρά τη Εκκλησία της Ελλάδος, ώφειλεν αύτη να ενεργήση μέσα εις τα πλαίσια της επιβαλλομένης υπό της σοβαρότητος του ζητήματος ευπρεπείας και να αποφύγη να κατέλθη εις αγώνα πεζοδρομίου. Δυστυχώς δεν το έπραξε και αφήκε να παρασυρθή από τα άκρως επικίνδυνα εξτρεμιστικά αυτής στοιχεία εις τον κατήφορον της ατόπου ενεργείας του εκδοθέντος ανακοινωθέντος.
 
Όσην λύπην και απογοήτευσιν δοκιμάζομεν εκ τούτου, άλλην τόσην προσοχήν και σύνεσιν πρέπει να επιδείξωμεν εις την στάσιν μας έναντι τούτου. Δεν νομίζω ότι πρέπει να παρασυρθώμεν εις τον κατήφορον εις ον διωλίσθησεν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος και να προβώμεν και ημείς εις έκδοσιν ανακοινωθέντος, ανασκευάζοντες και απαντώντες εις τας απόψεις αυτής. Διότι τούτο θα απετέλει ενέργειαν αντίθετον προς τας αρχάς και την ευθύνην του Πατριαρχείου, εις τα γενικώτερα συμφέροντα της Εκκλησίας και του Γένους, αλλά και σφάλμα τακτικής εν τη διαχειρίσει παρομοίων, λεπτής φύσεως ζητημάτων. Δεν νομίζω όμως αφ’ ετέρου ότι δυνάμεθα και να σιγήσωμεν, ότι δυνάμεθα να αφήσωμεν να παρέλθη απαρατήρητον και ασχολίαστον. Έχομεν χρέος και ευθύνην να γνωρίσωμεν εις την έντιμον Ελληνικήν Κυβέρνησιν, το ταχύτερον δυνατόν, την εκ του ανακοινωθέντος κατάπληξιν, λύπην και απογοήτευσιν ημών, να επιστήσωμεν σοβαρώς την προσοχήν αυτής επί των άκρως επικινδύνων ενεργειών τούτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, τας οποίας το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εν εκτιμήσει βαθεία των λεπτών στιγμών ας διέρχεται η Εκκλησία και το Γένος και εν πλήρεισυναισθήσει των έναντι τούτων ευθυνών αυτού, παρατρέχει επί του παρόντος, επιφυλασσόμενον να προβή εις τας δεούσας ενεργείας όταν επιστή ο κατάλληλος καιρός».
 
Εάν όμως το εναρκτήριο αντικανονικό λάκτισμα από πλευράς του Αθηνών Ιερωνύμου Α΄ επί σκοπώ απροκαλύπτου καταστρατηγήσεως, καταπατήσεως και εν τέλει καταργήσεως dejure και defacto της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 περί των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των λεγομένων Νέων Χωρών έλαβε χώρα εν έτει 1969 μέσω της ψηφίσεως του νέου Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, επηκολούθησε και δεύτερο πλήγμα κατά των δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου όσον αφορά την τήρηση ενός εκ των όρων της προειρημένης Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, όταν εν έτει 1972 ο Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ κατά την σύνθεση της δωδεκαμελούς Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Επιτροπών δεν ετήρησε την αρχή της εξ ημισείας εκ των εκκλησιαστικών Επαρχιών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων Χωρών, μάλιστα δε κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης, συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, όπως προβλέπεται ρητώς στην Πατριαρχική και Συνοδική Πράξητου 1928. Άξιο ιδιαιτέρας μνείας είναι το γεγονός ότι κατά των αντικανονικών πράξεων διορισμού των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προσέφυγε ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος και ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος.
 
Ο Μητροπολίτης Σεβαστείας Δημήτριος στο προμνημονευθέν μνημειώδες πόνημά του καραγράφειτην επί της διαμορφωθείσης όλως αντικανονικής καταστάσεως αρχική εν Συνόδω βαρυσήμαντη τοποθέτηση του τότε άρτι εκλεγέντος Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου Α΄ (1972-1991), ο οποίος υπερασπιζόμενος τα απαραμείωτα και αδιαπραγμάτευτα δίκαια του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των λεγομένων Νέων Χωρών, υπεγράμμιζε μεταξύ άλλων και τα κάτωθι: «…Η επαγρύπνησις ημών μεθ’ υμών επί των έξω της επικρατείας ταύτης και εις το κλίμα του Οικουμενικού τούτου Θρόνου υπαγομένων Ιερών Αρχιεπισκοπών και Μητροπόλεων, τόσον εκείνων αι οποίαι έχουσιν άμεσον εκκλησιαστικήν εξάρτησιν εντεύθεν, όσον και εκείνων αι οποίαι άχρι καιρού είναι πεπιστευμέναι τη Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, έσται αμείωτος και εντός του πλαισίου των κανονικών δικαιοδοσιακών προνομίων του Οικουμενικού τούτου Θρόνου και δη της προνομίας αυτού εις διακονίαν…».
 
Υ.Γ.: Η ολοκλήρωση του παρόντος νομοκανονικού και ιστορικού κειμένου του κ. Ι. Ελ. Σιδηρά θα δημοσιευθεί στο δεύτερο και τελευταίο μέρος, το επόμενο Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019.
 
*Ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς είναι Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine