Η μεγάλη πολιτική ευκαιρία και η ευθύνη του Κινήματος Αλλαγής

11.10.2019 23:50

Του Δάμωνα Δαμιανού*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Πριν λίγες μέρες στην Πορτογαλία η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα κέρδισε μία δεύτερη κοινοβουλευτική θητεία στηριζόμενη στην συμμαχία με δυνάμεις της αριστεράς, κατορθώνοντας να διαχειριστεί με όρους κοινωνικής συνοχής την έξοδο της χώρας του από την μέγγενη των μνημονίων. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και πάλι σε λίγους μήνες στην Ισπανία με την πρωτιά του εκεί Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος υπό τον Πέδρο Σάντσεθ να μην αμφισβητείται.
 
Η ακριβώς αντίθετη εικόνα υπάρχει στην Γερμανία όπου το SPD, το ιστορικότερο και παλαιότερο κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας προσγειώνεται στο 12% σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις μετά από 8 συνεχή έτη συγκατοίκησης στην εξουσία με την κ. Μέρκελ. Έχει απέναντι του το κίνημα των Πρασίνων να καταγράφεται πια ως ο πολιτικός σχηματισμός που καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στον προοδευτικό γερμανικό κομματικό χάρτη. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει συρρικνωθεί δραματικά, το Ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα συμμετέχει σε αντιφατικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς για την αποτροπή της πολιτικής επέλασης του ακροδεξιού Σαλβίνι ενώ το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας που έφθασε στα πρόθυρα της εξουσίας πριν δύο χρόνια, ταλανίζεται από εσωτερικές αντιθέσεις και διασπάσεις εξαιτίας της πολιτικής παλίρροιας που προκαλεί το Brexit.
 
Τι καταδεικνύουν όλα αυτά τα παραδείγματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας; Μα προφανώς ότι εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν ως προς τις επιλογές με τις οποίες θα απαντηθούν τα νέα κοινωνικά αιτήματα, θα αντιμετωπισθούν οι νέες προκλήσεις που απορρέουν από την αλλαγή στις πολιτικές σταθερές της Ευρώπης που γνωρίσαμε μετά τον πόλεμο και μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Το κυρίαρχο μοντέλο εναλλαγής στην εξουσία των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατών και των αντίστοιχων συντηρητικών έχει εκφυλιστεί υπό το βάρος της συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης που υπήρξε ο βασικός πυλώνας ανάπτυξης και ευημερίας του ευρωπαϊκού κόσμου.
 
Αν τα μεταφέρουμε αυτά όλα στο επίπεδο του ελληνικού παραδείγματος, θα δούμε λοιπόν ότι δεν είμαστε οι μόνοι που καλούμαστε να απαντήσουμε σε διλλήματα για την πολιτική μας ταυτότητα και τον προσανατολισμό των συνεργασιών μας, αν και υπήρξαμε ως ΠαΣοΚ το πιο ακραίο ίσως ευρωπαϊκό παράδειγμα εκλογικής κατακρήμνισης πριν από 7 χρόνια  από το 44% στο 12% και από εκεί στο 4,5%.
 
Γιατί συνέβη στ’ αλήθεια αυτό το γεγονός; Είναι φανερό ότι το ΠαΣοΚ έπαψε μετά το 2010 να συνδέεται με τις κοινωνικές ομάδες που ταυτίστηκαν μαζί του και το οδήγησαν στην θριαμβευτική πολιτική του κυριαρχία για είκοσι συναπτά χρόνια. Η επιλογή της μονομερούς εφαρμογής του μνημονίου χωρίς τη δυνατότητα επιμερισμού της ευθύνης τουλάχιστον προς την Ν.Δ. που υπήρξε ο έτερος βασικός πυλώνας του μεταπολιτευτικού κομματικού μας συστήματος και η ανάληψη ιστορικών βαρών που δεν του ανήκαν εξ ολοκλήρου, οδήγησαν το ΠαΣοΚ στην ήττα, την αποξένωση από το σώμα των μη προνομιούχων κοινωνικών ομάδων και της μεσαίας τάξης που υπήρξαν διαχρονικά η ραχοκοκαλιά του κομματικού του ακροατηρίου και της ιδεολογικής του φυσιογνωμίας.  
 
 
Όμως, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία μετά επτά έτη έντονης εσωτερικής περιδίνησης, ομφαλοσκόπησης και συνεχών διασπάσεων, μπορεί σήμερα, στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται, να πάψει πλέον να αποτελεί τον μεγάλο ασθενή του πολιτικού μας συστήματος. Να εκφράσει και πάλι ευρύτερα τμήματα του ελληνικού λαού που θα αισθανθούν πολιτική υπο-αντιπροσώπευση τόσο από την κεντροδεξιά Ν.Δ. όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ.Ο τελευταίος είναι φανερό ότι σε συνθήκες ήττας και μεγάλης πολιτικής φθοράς από την προηγούμενη τετραετία δυσκολεύεται να ισορροπήσει μεταξύ της ριζοσπαστικής του πτέρυγας και εκείνης που κοιτά με προσδοκία προς την διαμόρφωση ενός θεσμικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που θα καταλάβει την θέση του ΠαΣοΚ στον κομματικό ανταγωνισμό με την συντηρητική παράταξη.  
 
Το εγχείρημα του Κινήματος Αλλαγής που εξαρχής επενδύθηκε με την μεγάλη προσδοκία αναβίωσης της Δημοκρατικής Παράταξης μπορεί να υπονομεύθηκε από δυνάμεις που τελικώς εξοβελίσθηκαν από τον πολιτικό χάρτη, δεν παύει όμως να σηματοδοτεί την ευρεία κοινωνική και πολιτική συμμαχία του χώρου της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Και ως τέτοιο πολιτικό υποκείμενο έχει και την ιστορική μνήμη και την κοινοβουλευτική εμπειρία και την δυνατότητα επαναπροσέγγισης κοινωνικών ομάδων που υπήρξαν οι παραδοσιακοί πολιτικοί του σύμμαχοι στον διάβα των 45 χρόνων της σύγχρονης ιστορίας του.
 
Μπορεί σήμερα οι ορίζουσες των κομματικών ισορροπιών να δείχνουν ότι ο τρίτος πόλος συμπιέζεται από τους δύο μεγαλύτερους σε ποσοστά και κοινωνική δυναμική. Όμως, η Ν.Δ. σε βάθος χρόνου θα κληθεί να συγκρουστεί με στρώματα που την στήριξαν στον δρόμο της προς την εξουσία με μοναδικό ίσως γνώμονα την ανάγκη για την απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από αυτήν. Η Ν.Δ. όντως στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής της θέλγει πιθανώς εκείνους τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους  που ικανοποιούνται από το πολιτικό μέτρο και την αίσθηση απαλλαγής από τον λαϊκισμό μιας προηγούμενης ανερμάτιστης διακυβέρνησης. Σύντομα όμως θα αναδείξει τα παραδοσιακά της χαρακτηριστικά με την ένταση του κράτους καταστολής και την σύγκρουση της με την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας που θα την φέρει αντιμέτωπη με τις προσδοκίες που καλλιέργησε στους πολλούς για την εξυπηρέτηση των ολίγων και αρεστών.
 
Το Κίνημα Αλλαγής βρίσκεται τώρα στον βατήρα του κομματικού και πολιτικού του ανταγωνισμού με το ευρύ πεδίο του 32% που στις προηγούμενες εκλογές κάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο με αυτό. Εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι οι εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν αποτέλεσαν την ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του νέου δικομματισμού αλλά την απαρχή του πλαισίου που θα φέρει μπροστά μας η νέα πραγματικότητα που θα προκύψει από την τρίτη στιβαρή επί της ουσίας εντολή διακυβέρνησης στην συντηρητική παράταξη μετά το 1990. Σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις είτε ήταν το 1993 είτε το 2009 το ΠαΣοΚ ως ο βασικός φορέας της ευρείας κεντροαριστερής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας επέστρεψε θριαμβευτικά στην εξουσία.   
 
Το Κίνημα Αλλαγής δεν έλαβε διψήφιο ποσοστό στις πρόσφατες εκλογές όχι γιατί υστέρησε σοβαρά σε σχέση με την σημερινή ισορροπία δυνάμεων στην Θράκη, την Κρήτη ή την Θεσσαλία. Το Κίνημα Αλλαγής δεν υπερέβη το 10% γιατί περιορίστηκε σε πολύ χαμηλά ποσοστά στην Β΄ Αθηνών, στην Β΄ Πειραιώς και την Α΄ Θεσσαλονίκης. Εκεί που άλλοτε το ΠαΣοΚ ξεπερνούσε και το 50%, τώρα περιορίστηκε στο 5%. Εκεί βρίσκονται τα στρώματα που καλούμαστε να προσεγγίσουμε, εκεί οι ομάδες των μη προνομιούχων, των ανέργων, των σπουδαστών και των εργαζομένων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς κατ’ ανάγκη να ταυτίζονται κομματικά μαζί του. Εκεί και η πηγή της νέας πολιτικής συμφωνίας, του νέου κοινωνικού συμβολαίου του Κινήματος Αλλαγής με τους υπο-αντιπροσωπευόμενους της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
 
Όσο Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ θα τοποθετούν τους κανόνες της πολιτικής τους αντιπαράθεσης με όρους τυφλής σύγκρουσης, αντλώντας κάποιες φορές συνθήματα από τους σκελετούς του εμφυλιοπολεμικού παρελθόντος τους, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η ανάγκη για την κεντροαριστερά του μέτρου, της σύνθεσης και της κοινωνικής εξισορρόπησης του πολιτικού εκκρεμούς. Και όσο η Ελλάδα θα απομακρύνεται οικονομικά και κοινωνικά  από την φενάκη των ψευδεπίγραφων κραυγών της μνημονιακής περιόδου, τόσο πιο αναγκαία θα καθίσταται η ολική επαναφορά της προοδευτικής σοσιαλδημοκρατίας στον τόπο μας. Απαλλαγμένης από τα βάρη και τα βαρίδια του παρελθόντος που την απαξίωσαν πολιτικά και την ρυμούλκησαν ενίοτε στα μάτια των πολιτών σε ηθικό τέλμα. Σε αυτό το πλαίσιο η συνδρομή στην προσπάθεια του Κινήματος Αλλαγής αποτελεί μια θαρραλέα πράξη ευθύνης και προοπτικής για τον τόπο μας.    
 

*Ο Δάμων Δαμιανός είναι μέλος της Κ.Π.Ε του ΚΙΝΑΛ 

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine