Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων

29.11.2019 01:04

Toυ Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η αναγγελία κυρώσεων της ΕΕ κατά της Τουρκίας, με αφορμή όσων συμβαίνουν στην κυπριακή ΑΟΖ, συμβάλλουν στην εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ή διευρύνουν το χάσμα ανάμεσα στις δύο χώρες και υπονομεύουν τη δυνατότητα προσέγγισής τους; Σαφώς οι κυρώσεις της ΕΕ ναρκοθετούν το μέλλον των δύο χωρών, είναι μάλιστα υποβολιμαίες. Διότι στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή εμπλέκονται συμφέροντα ισχυρών κρατών μελών της, της Γαλλίας κυρίως αλλά και της Ιταλίας και όχι μόνον, στα οποία προσφέρεται η όξυνση και η ένταση για τη νομιμοποίηση της παρουσίας και των παρεμβάσεών τους. Μάλιστα η ΕΕ δεν δίστασε με τις μονομερείς παρεμβάσεις της, που αμφισβητούν την αξιοπιστία της ως ουδέτερου διαμεσολαβητή, να απεμπολήσει και τον διαμεσολαβητικό της ρόλο στην επίλυση του Κυπριακού, επιβεβαιώνοντας ότι οι προθέσεις της δεν αποσκοπούν στην ειρηνική εξομάλυνση των διαφορών στην περιοχή.  
 
Το πρόβλημα στην Ανατολική Μεσόγειο που εκτείνεται και στην Εγγύς Ανατολή είναι κυρίως ευρωτουρκικό και η ελληνοτουρκική του διάσταση αναπτύσσεται ως πτυχή αυτού του ανταγωνισμού και ενθαρρύνεται από ξένα συμφέροντα. Αξιοποιούνται δηλαδή από την ΕΕ οι ελλαδικές διαφορές με την Τουρκία ως αιχμή του δόρατος των ευρωπαϊκών συμφερόντων εναντίον της. Όχι μόνον σε ζητήματα οικονομικών συμφερόντων και επιρροής αλλά και ως ανασχετικού παράγοντα στην προοπτική της ένταξης της γείτονος στην ΕΕ, όπου η Τουρκία είναι ανεπιθύμητη λόγω του ειδικού της βάρους που θα ανέτρεπε τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «πρωτοκόλλου της Άγκυρας»  που απαιτούσε από την Άγκυρα να ανοίξει τα τουρκικά λιμάνια και τα αεροδρόμια στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα και αξιοποιείτο πάντα από τη Μέρκελ κ.α. ως ανάχωμα στην ενταξιακή της πορεία.
 
Ποια είναι η άποψη των γειτόνων μας Τούρκων; Ο Αχμέτ Νταβούτογλου στο «Στρατηγικό Βάθος», από το 2001, διαπίστωνε: «Η αμοιβαία αδυναμία της Τουρκίας και της Ελλάδας, που συνεχώς παρακολουθούν η μία την άλλη, στα πλαίσια του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης σε σοβαρό βαθμό από τις άλλες χώρες τη στιγμή που χρειάστηκε. Αυτή η εκμετάλλευση μετέτρεψε τις τουρκοελληνικές σχέσεις πρωτίστως σε σημαντική μεταβλητή των τουρκοδυτικών σχέσεων. Η Τουρκία, η οποία αφέθηκε να αγωνιστεί με μία κοντινή απειλή που την ενοχλεί, βρέθηκε ανίκανη να ανοίξει τους ορίζοντές της σε δυναμικού και δραστήριου χαρακτήρα, μεγάλης κλίμακας και παγκόσμιας εμβέλειας πολιτικές». Και συνέχιζε: «Η Τουρκία δεν μπορεί να παραμελήσει ποτέ την Κύπρο.  Ωστόσο δεν μπορεί να δεσμεύσει έναν ολόκληρο άξονα εξωτερικής πολιτικής σε ένα γεγονός που κατά τακτά χρονικά διαστήματα εμφανίζεται στην επικαιρότητα με καθοδηγούμενες και τεχνητές κορυφώσεις. Σε αντίθετη περίπτωση θα δοθεί η ευκαιρία στις μεγάλες δυνάμεις, που γνωρίζουν την αδυναμία της Τουρκίας στα θέματα της Ελλάδας και της Κύπρου, να χρησιμοποιούν την αδυναμία της αυτή, έτσι ώστε να προκαλείται ανησυχία στην Τουρκία κάθε φορά και σε κάθε συγκυρία κατά την οποία οι υπολογισμοί της εξωτερικής πολιτικής [των εν λόγω χωρών] συγκρούονται με αυτήν».
 
Ποιοι ήσαν οι ορίζοντες της Τουρκίας και οι πολιτικές μεγάλης κλίμακας που σύμφωνα με τον Αχμέτ Νταβούτογλου ναρκοθετούσε η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ως παραμέτρου των ευρωτουρκικών σχέσων; Η κοσμογονία που συντελούνταν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ στη συνοριακή της περίμετρο και στην Κεντρική Ασία με τους λαούς της οποίας έχει κοινές ρίζες αλλά και στη Μέση Ανατολή με την αξιοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος και της κοινής θρησκείας, που εκτίναξαν την οικονομία της σε μικρό χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό η Τουρκία δεν είχε κανένα λόγο μετά την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία να ασχοληθεί και να περιορίσει τη δράση της στα ελληνοτουρκικά. Η όξυνση των ευρωτουρκικών διαφορών, που ενέπλεξαν και τη χώρα μας στη δίνη τους, οφείλονταν στην προσπάθεια επανόδου της Γαλλίας, κυρίως, στην Εγγύς Ανατολή αλλά και της απομείωσης της επιρροής της ΕΕ στις προαναφερθείσες περιοχές υπέρ της Τουρκίας.
 
Βέβαια, στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας αποτελεί κανόνα να αξιοποιείται τυχόν σύμπλευση των εθνικών συμφερόντων με τα συμφέροντα των ισχυρών κρατών στην περιοχή με την προσδοκία της εκπλήρωσής τους. Όμως επειδή οι σχέσεις αυτές είναι ετεροβαρείς (όπως π.χ. Ελλάδας – ΗΠΑ, Ελλάδας – Γαλλίας ή Γερμανίας, κοκ) οι εξελίξεις δεν οριοθετούνται εκεί όπου εκπληρώνονται τα εθνικά συμφέροντα αλλά των ισχυρών, γι’ αυτό συνήθως είναι καταστροφικές. Και για έναν πρόσθετο λόγο. Διότι από ένα σημείο και πέρα τα συμφέροντα των ισχυρών είναι ανταγωνιστικά και ως αδύναμη χώρα εμπλέκεσαι στη δίνη τους.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα συμμετείχε και στους δύο παγκοσμίους πολέμους με την πλευρά των νικητών, υπέστη όμως και τις δύο φορές, καίτοι νικήτρια, τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές. Την πρώτη φορά λόγω των ανταγωνιστικών συμφερόντων των συμμάχων μας (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) που μας έστειλαν με τη Συνθήκη των Σεβρών στη Σμύρνη, για να ακολουθήσει η Μικρασιατική Καταστροφή με τη διαφοροποίηση των συμφερόντων τους, όπως και τη δεύτερη (Αγγλία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ) με τον Εμφύλιο. Η ύπαρξη δύο κοινοτήτων στην Κύπρο επιτρέπει στις ξένες δυνάμεις που εμπλέκονται στην περιοχή να λειτουργούν ως υποβολείς των ανταγωνιστικών συμφερόντων τους προς τις δύο κοινότητες, στρέφοντας τη μια εναντίον της άλλης κάθε φορά που θεωρούν ότι οι συμφωνίες «αδικούν» τα συμφέροντά τους.  Αυτό ήδη άρχισε να διαφαίνεται στην Κύπρο με τη θέση της Βρετανίας που υποστήριξε ότι οι τουρκικές γεωτρήσεις γίνονται σε περιοχές αμφίβολης κυριαρχίας αμφισβητώντας ευθέως κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ.
 
Αποτελεί λάθος της στρατηγικής της Αθήνας να επαφίεται εξ ολοκλήρου σε ξένες δυνάμεις για την ασφάλεια της χώρας. Ήδη  οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία απέδειξαν ότι η πολιτική της Ουάσινγκτον έχει αναθεωρηθεί και προσπαθεί έναντι οιουδήποτε τιμήματος να διατηρήσει την Τουρκία στους κόλπους του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής επιρροής. Πρόσθετα θα πρέπει να συνεκτιμήσουμε την απροθυμία της Γαλλίας και της Ιταλίας να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους στο οικόπεδο 7 της κυπριακής ΑΟΖ με την εμφάνιση του τουρκικού «Γιαβούζ» παρά τις προσδοκίες της Κυπριακής Δημοκρατίας και της χώρας μας. Γι’ αυτό είναι ολοφάνερο ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών  προβλημάτων βρίσκεται στον απεγκλωβισμό μας από τη μέγγενη ξένων συμφερόντων και στην προσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας ή στην προσφυγή τους στη Χάγη.
 
 

Αλεξανδρούπολη, 14-11-2019

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine