10 με τόνο

21.08.2019 09:34

Της Ειρήνης Στεργίου*

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων η Υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως, αναφέρθηκε στις αλλαγές των πανελληνίων εξετάσεων, οι οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν την κατάργηση των σχολών ελεύθερης πρόσβασης, τη μείωση της εξεταστέας ύλης, καθώς επίσης και τη μείωση του συντελεστή της Λογοτεχνίας στη συνεξέταση με την έκθεση.

Ταυτόχρονα, το Υπουργείο Παιδείας έχει ανακοινώσει τη θέσπιση της βάσης του 10 για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό όμως που με παρακίνησε να γράψω αυτό το κείμενο ήταν οι έντονες αντιδράσεις γονιών και μαθητών απέναντι σε αυτές τις αλλαγές.

Γιατί, λοιπόν, έχει προκληθεί τέτοια σύγχυση; Και το κυριότερο: γιατί οι γονείς αναστατώθηκαν περισσότερο από τους ίδιους τους μαθητές;

Πανελλήνιες: μία λέξη, χιλιάδες συναισθήματα. Όλοι μας έχουμε περάσει αυτό το «λούκι» που ακούει στο όνομα «πανελλήνιες», κυρίως γιατί όλοι οι γονείς λένε «Κι αν δεν έχεις ένα χαρτί (πτυχίο) στα χέρια σου τι θα κάνεις; Διότι αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα τον μέσο Έλληνα γονιό είναι να περάσει το παιδί του σε μια σχολή ανεξαρτήτως ειδικότητας, και αυτό γιατί το πτυχίο του πανεπιστημίου (ειδικά των ΑΕΙ γιατί τα ΤΕΙ θεωρούνται «κατώτερα»)  έχει συνδεθεί άμεσα στο μυαλό των Ελλήνων με την καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση.
 
Αυτό όμως που ούτε καν περνάει από το μυαλό των περισσότερων γονέων είναι το ενδεχόμενο το παιδί τους να μην μπορεί ή ακόμα και να μην θέλει να μπει στο πανεπιστήμιο, γιατί κακά τα ψέματα: δεν είναι όλοι για το πανεπιστήμιο, ούτε είναι όλα τα παιδιά «πανέξυπνα» όπως θέλει να πιστεύει κάθε ελληνίδα μάνα για το δικό της. Αγαπητοί γονείς λυπάμαι πολύ που σας κατεβάζω από το υπέροχο συννεφάκι σας, μα αυτή είναι η αλήθεια. Δεν είναι όλα τα παιδιά διάνοιες, ούτε όλα «ξεχωριστά» και «χαρισματικά» όπως σας αρέσει πολύ να λέτε. Επομένως, εύκολα καταλήγουμε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: όχι δεν αξίζουν όλοι να μπουν στο πανεπιστήμιο.

Όπως καταλάβατε, λοιπόν, σε αυτό το κείμενο θα μιλήσω για την περιβόητη «βάση του 10» και οφείλω να σας προειδοποιήσω πως θα τα πω «έξω από τα δόντια». Όπως γράφει, λοιπόν, η εφημερίδα «Τα Νέα», οι μαθητές που τον Σεπτέμβριο ξεκινούν την γ’ λυκείου και ταυτόχρονα τον μαραθώνιο των πανελλαδικών θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αρκετές αλλαγές. Από αυτές ξεχωρίζει η κατάργηση της κατηγοριοποίησης των τμημάτων που εντάσσονται στο μηχανογραφικό δελτίο, σε «πράσινες» και «κόκκινες»: των τμημάτων δηλαδή, που -υπό προϋποθέσεις- οι υποψήφιοι θα μπορούσαν να μπουν χωρίς εξετάσεις και αυτών που θα ήταν απαραίτητο να διαγωνιστούν.
 


Αναλυτικότερα, το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι υποψήφιοι -είτε στοχεύουν σε τμήματα χαμηλής ζήτησης είτε σε υψηλής- θα κληθούν να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις προκειμένου να εισαχθούν στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Υπενθυμίζεται σε αυτό το σημείο, ότι ο τέως υπουργός, Κώστας Γαβρόγλου είχε φέρει ρύθμιση σύμφωνα με την οποία θα έδινε τη δυνατότητα «ελεύθερης πρόσβασης» σε μια σειρά τμημάτων χαμηλής ζήτησης, υπό την προϋπόθεση ότι η ζήτηση στο Μηχανογραφικό δεν θα υπερέβαινε τις προσφερόμενες θέσεις .Με άλλα λόγια τα παιδιά θα καλούνταν να «μαντέψουν» ποιες σχολές θα είχαν χαμηλή ζήτηση και ποιες υψηλή.

Παράλληλα, η Νίκη Κεραμέως δήλωσε στην εφημερίδα «Τα Νέα», ότι «είναι παράλογο να εισάγονται φοιτητές με 3 και 4 στα ΑΕΙ. Θα δούμε πότε μπορούμε να επαναφέρουμε τη βάση του 10, ως προαπαιτούμενο για εισαγωγή στα Πανεπιστήμια.

Όπως σημειώνει η εφημερίδα, η υπουργός Παιδείας δεν θέλει να αιφνιδιάσει τους μαθητές και η νέα ρύθμιση θα συμπεριληφθεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο αλλαγών για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις.

Αυτό ήταν λοιπόν το πρώτο «καμπανάκι» τόσο για τον μέσο Έλληνα γονιό, όσο και για τον μαθητή που έχει όνειρα και ξέρει τι θέλει. Γιατί ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: πολλοί μαθητές φτάνοντας στη γ΄ λυκείου, δεν έχουν ιδέα τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους και είτε δίνουν εξετάσεις και όπου περάσουν είτε περιμένουν από τη «μαμά» και το «μπαμπά» να τους πουν τι να κάνουν. Θα μου πείτε τώρα πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό το πράγμα και πώς γίνεται όλοι αυτοί να μπαίνουν τελικά στο πανεπιστήμιο; Και όμως μπαίνουν! Και αυτό γιατί υπάρχουν σχολές με βάση εισαγωγής 2 και 3 χιλιάδες μόρια, τις οποίες μάλιστα ο κύριος Γαβρόγλου ήθελε να τις κάνει και «ελεύθερες», να μπαίνουν δηλαδή οι υποψήφιοι χωρίς εξετάσεις.

Και κάπου εδώ, λοιπόν, εγώ αναρωτιέμαι : είναι δυνατόν ένα παιδί που δεν έχει διαβάσει ποτέ -γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε, όλοι στις πανελλήνιες καταλαβαίνουμε τι εστί διάβασμα- να καταφέρει να τελειώσει μια σχολή; Και κατά πόσο είναι δίκαιο να μπαίνουν κάποιοι στο πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις, ενώ άλλοι διαβάζουν ασταμάτητα για να το πετύχουν; Θα σας απαντήσω ευθύς αμέσως: όχι και όχι !!! Όχι, ένα παιδί που δεν έμαθε να διαβάζει στο σχολείο και δεν κόπιασε για να μπει στο πανεπιστήμιο δεν θα πάρει ποτέ πτυχίο και όχι δεν είναι δίκαιο να υπάρχουν σχολές με εξετάσεις και σχολές χωρίς εξετάσεις.

Πέρα όμως από τη θέσπιση της βάσης του 10 ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας και κάποιες αλλαγές στην ύλη των Πανελλαδικών εξετάσεων. Θα προσπεράσω, λοιπόν, τις όποιες αυξομειώσεις έγιναν στην εξεταστέα ύλη –δεν είμαι καθηγήτρια για να τις κρίνω- και θα σταθώ περισσότερο στον «νέο» τρόπο εξέτασης της Νεοελληνικής Γλώσσας ή αλλιώς, στην κατά κόσμον «έκθεση».
Αυτός ο τρόπος εξέτασης εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 2018 στις πανελλήνιες των ΕΠΑΛ και στις απολυτήριες εξετάσεις των ΓΕΛ, επομένως -έχοντας αποφοιτήσει το 2018- μπορώ να έχω άποψη. Ας αρχίσουμε λοιπόν από τη δομή της εξέτασης: Τα παιδιά θα έχουν μπροστά τους ένα μη λογοτεχνικό και ένα λογοτεχνικό κείμενο. Στο πρώτο κείμενο καλούνται να λύσουν τις κλασικές πλέον ασκήσεις των νέων ελληνικών, ενώ στο δεύτερο θα κληθούν να απαντήσουν λογοτεχνικές ερωτήσεις. Η βασικότερη διαφορά όμως με το παλιό σύστημα είναι η εξής: οι υποψήφιοι δεν θα κληθούν να γράψουν ένα κείμενο 500-600 περίπου λέξεων, αλλά δύο μικρότερα (200 περίπου λέξεις το καθένα).

Ειλικρινά θα μπορούσα να γράψω βιβλίο ολόκληρο ασκώντας κριτική στον νέο αυτό τρόπο εξέτασης της έκθεσης. Πρώτα από όλα η λογοτεχνία –σε επίπεδο πανελληνίων- θα έπρεπε να είναι μάθημα της θεωρητικής κατεύθυνσης και μόνο, διότι είναι αδύνατον να είναι όλοι καλοί σε όλα τα μαθήματα. Δεύτερον, μειώνοντας το όριο των λέξεων στην έκθεση οι μαθητές αποθαρρύνονται από το να γράφουν μεγάλα κείμενα και τελειώνοντας το Λύκειο δεν ξέρουν να γράφουν έκθεση!! Εδώ βέβαια υπάρχει και ο αντίλογος του ότι οι περισσότεροι δεν μπορούν να γράψουν τόσο μεγάλες εκθέσεις, χωρίς να έχουν άδικο όσοι το υποστηρίζουν.
 

Στην Ελλάδα όμως έχουμε το «χούι» να κάνουμε εσφαλμένες γενικεύσεις και θεωρούμε ότι επειδή η πλειοψηφία δεν μπορεί να γράψει μεγάλα κείμενα, δεν μπορεί κανείς. Η αντίληψη αυτή είναι εντελώς λάθος από όποια πλευρά κι αν την κοιτάξει κανείς, διότι αν ίσχυε δεν θα υπήρχαν υψηλόβαθμες σχολές, καθώς δεν θα έγραφε κανείς μεγάλους βαθμούς (από 16 και πάνω).

Ανεξάρτητα όμως από την ικανότητα ή την ανικανότητα των μαθητών, η έκθεση είναι ένα βασικό μάθημα, είναι η γλώσσα μας και όλοι οφείλουμε –ανεξαρτήτως των ικανοτήτων μας- να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να τη «μάθουμε σωστά», και λέω σωστά, διότι σχεδόν όλοι μας –ναι βάζω και τον εαυτό μου μέσα- δεν καθόμαστε να γράψουμε ένα μεγάλο ενιαίο κείμενο, παρά μόνο όταν έρχεται η ώρα των πανελληνίων. Και είναι ευκόλως εννοούμενο, ότι μέσα σε ένα χρόνο δεν γίνονται θαύματα –εκτός αν υπάρχει έμφυτο ταλέντο.

Η λύση λοιπόν στο «πρόβλημα της έκθεσης» δεν είναι η μείωση του όγκου του κειμένου. Η λύση είναι να δοθεί περισσότερη έμφαση σε αυτό το μάθημα, από το Δημοτικό ακόμα. Γιατί αν ένα παιδί μάθει από μικρό να γράφει και να διαβάζει θα πορευτεί έτσι έως την αποφοίτηση του, εάν όχι, τότε δεν πρόκειται να διαβάσει ποτέ.

Η αλήθεια είναι σκληρή, αλλά πρέπει να ειπωθεί. Και στην προκειμένη περίπτωση η αλήθεια είναι ότι κάθε χρόνο οι αριστούχοι των Πανελληνίων είναι όλο και λιγότεροι.

Αλήθεια είναι ότι τελειώνουν οι μαθητές το Λύκειο χωρίς να ξέρουν σχεδόν τίποτα, πέρα από τα sos των πανελληνίων. Αλήθεια είναι ότι έχουν την απαίτηση να μπουν στο πανεπιστήμιο με 2 και 3 χιλιάδες μόρια και ότι δηλώνουν «υπερήφανοι Έλληνες», ενώ δεν μπορούν να γράψουν ένα κείμενο στα ελληνικά. Τέλος, αλήθεια είναι ότι η πλειοψηφία θα με μισήσει για όσα έγραψα, γιατί όπως είπε και ο Πλάτων: «κανείς δεν είναι πιο μισητός από αυτόν που λέει την αλήθεια».

Υ.Γ .:Τέλη Αυγούστου ανακοινώνονται οι βάσεις, οπότε εύχομαι ολόψυχα καλή τύχη σε όλους εσάς που κοπιάσατε, που ξενυχτήσατε, που στερηθήκατε τον ύπνο και την διασκέδαση, σε εσάς που δεν συμβιβαστήκατε και δώσατε για δεύτερη χρονιά και ξεπεράσατε τον εαυτό σας, αλλά δεν τα παρατήσατε.
 
*Η Ειρήνη Στεργίου είναι φοιτήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΔΠΘ

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine