Αφήγημα-Αφιέρωμα: Πατήρ Εμμανουήλ Καμπούρης

14.01.2020 19:44

Ο παπά-Μανώλης της Σαμοθράκης

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Όταν τα χρόνια είναι δύσκολα, μαύρα, μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά συνάμα, όταν κατοικείς στο «υπόγειο» της φτώχειας, όταν η πόρτα κλείνει και παλεύεις, ενώ είσαι παιδί, να τα βγάλεις πέρα και καταστρώνεις αμέτρητα σχέδια, όταν θα ζεσταθείς κοντά στο τζάκι και θα αποσυρθείς να κουκουλωθείς στο χοντρό, πλην όμως κρύο αρχικά πάπλωμα, ίσως και αυτά τα βιώματα να είναι καθοριστικά για τη ζωή σου!

Ο Μανώλης Καμπούρης, γιος του Ιωάννη και της Ουρανίας πρωτοαντίκρισε το φως του ήλιου στις 16 Δεκεμβρίου του Σωτήριου Έτους 1947, στο χωριό Λάκκωμα της Σαμοθράκης.
Ως μαθητής φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού, συνειδητοποιώντας, πολύ νωρίς, την αξία της γνώσης, εν γένει, αλλά και της ψαλτικής, όπου και ενέδωσε μετά ζήλου, τόσο, που να θεωρείται «δόκιμος» ψάλτης επιμένοντας μέρα τη μέρα, στην καλύτερη απόδοση των εκκλησιαστικών ύμνων, και των τροπαρίων.

Ένα δωδεκάφυλλο τετράδιο, φιλοξενούσε την καθημερινή επίδοσή του, στα γράμματα κι ένα άλλο παρόμοιο στα της ψαλτικής τέχνης, την οποία μόνος, με πολύ προσπάθεια, αναζητούσε.

Μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, φοιτούσε ήδη στο Γυμνάσιο, το οποίο αποτελούσε παράρτημα του Γυμνασίου της Αλεξανδρούπολης και πλήρωνε ως δίδακτρα εβδομήντα δραχμές ετησίως. Το Γυμνάσιο βεβαίως βρισκόταν στη Χώρα και, όπως όλοι οι μαθητές από τα χωριά, έπρεπε καθημερινά, να διανύει ένα μονοπάτι- με ανηφοριές και κατηφοριές- τριών ωρών περίπου, για το πήγαιν’-έλα.

Δεν υπήρχε για τον Μανώλη μεταφορικό μέσο, παρά μονάχα τα άξια πόδια του.
Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών, όταν έχασε τον πατέρα του. Τότε βρήκε μοναδικό καταφύγιο την αγκαλιά της μητέρας του, την οποία λάτρεψε και πολλές φορές, με την εξυπνάδα του, έκανε τη χηρευάμενη Ουρανία να χαμογελά κι ας τους βάρυνε η φτώχεια και η απώλεια.

Ο Μανώλης, ένιωσε νωρίς ότι ήταν ο άνδρας του σπιτιού, που έπρεπε να συνεχίσει το Σχολείο, να τελειώσει το εξατάξιο Γυμνάσιο, να μάθει και τα γράμματα και την ψαλτική αλλά και να ασχοληθεί με τα ζωντανά και τα λίγα κτήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν τα της επιβίωσης. Ένιωσε βαρύ το φορτίο στις πλάτες του, αλλά γνώριζε καλά και τις υποχρεώσεις του, που ναι, ήταν πολλές, χωρίς δικαιώματα.

Η ψαλτική ,τον ενθουσίαζε και αυτός ο ενθουσιασμός, τον έφερε κοντά στον ιερέα του χωριού ως βοηθό -ψάλτη.


Το 1969 ο Μανώλης συνέχισε τις σπουδές του, στην «Ανωτέρα Εκκλησιαστική Παιδαγωγική Ακαδημία», η οποία ιδρύθηκε το έτος 1958 και προβλεπόταν ρητά, η δυνατότητα των πτυχιούχων να διορίζονται και ως ιερείς και δάσκαλοι.

Και εδώ φάνηκε η επιμονή του να πετύχει και το πολύ διάβασμα τον έφερε μέσα στους τριάντα επιτυχόντες από τους εκατόν είκοσι που έδωσαν εξετάσεις και μάλιστα τέταρτος σε σειρά προτεραιότητας.




Ο καιρός περνούσε αλλά ο Μανώλης δεν ξέχασε στιγμή το νησί του, τη Σαμοθράκη, το χωριό του, το Λάκκωμα, δεν ξέχασε τη φύση η οποία άλλες φορές άγρια, αδάμαστη, απειθάρχητη κι άλλες φορές γαλήνια, εξαιρετική, θεία, τον καλούσε κοντά της.

Δούλευε, να τα προλάβει όλα και δεν ξέχασε ποτέ, πως αυτόν τον τόπο έπρεπε να υπηρετήσει πιστά, με όλες του τις δυνάμεις. Δεν ξέχασε τις αγροτικές ασχολίες, το ψάρεμα στη θάλασσα, που απείχε ελάχιστα από το πατρικό του. Δεν ξέχασε τις εκκλησιές και τα ξωκλήσια, που τα επισκέπτονταν συχνά από παιδί, άναβε τα καντήλια και έψελνε, τους ανθρώπους, τους ωραίους νησιώτες, οι οποίοι έχουν μια έμφυτη ροπή προς τον ρυθμό και την αρμονία, που τραγουδούν ή σιγοψιθυρίζουν τις χαρές και τα βάσανα τής ζωής, τον έρωτα και τους καημούς του, αλλά και τα σατιρικά, αυτοσχέδια δίστιχα.

Έτσι, στις 16 Απριλίου του 1972 παντρεύτηκε την Αθανασία Παπανικολάου -με την οποία απέκτησε τρία παιδιά την Ζαφειρία, την Ουρανία και τον Ιωάννη, ο οποίος έγινε επίσης κληρικός-  και στις 30 Ιουνίου αποφοίτησε από τη Σχολή, χωρίς όμως να έχει πάρει πτυχίο, αφού πρώτα έπρεπε να καταθέσει φωτογραφία ως ιερωμένου.


Στις 30 Ιουλίου του 1972 χειροτονήθηκε Διάκονος, στον Προφήτη Ηλία Σαμοθράκης, από τον τότε -μακαριστό- Επίσκοπο Αλεξανδρούπολης, κυρό Κωνστάντιο Χρόνη.


Όλα έδειχναν πως στη ζωή του νησιού, ένα Σαμοθρακίτης, θητεύοντας από μικρός στα δύσκολα, εξέφραζε την ελευθερία με το αυτεξούσιο, την ελεύθερη βούληση, τη λογική και προπαντός τη συνείδηση η οποία είχε ωριμάσει καλά μέσα του!

Είχε αποφασίσει για την μόνιμη παραμονή του στο νησί, ό,τι και να γίνει, κάτω από οποιεσδήποτε πιέσεις.

Στις 15 Αυγούστου του ίδιου έτους χειροτονήθηκε ιερέας στη Χώρα από τον ίδιο Επίσκοπο, με προορισμό και θέση το χωριό του, το Λάκκωμα.

Παράλληλα προτάθηκε ως ιερέας στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Αλεξανδρούπολη αλλά, παρά τις παρακλήσεις, δεν αποδέχθηκε την δελεαστική για την εποχή πρόταση.

Και ενώ οι νέοι ξενιτεύονταν και όσοι ερχόταν από τα ξένα επέλεγαν ως τόπο κατοικίας την Αλεξανδρούπολη, για πολλούς λόγους, ο παπά Μανώλης είχε χίλιους δυο λόγους να ομολογήσει, για τους οποίους έπρεπε να παραμείνει δια βίου στο νησί και αιτιολογούσε την επιθυμία του, πάντοτε, με τη φράση: κάθισα στο νησί μου για δυο μεγάλες αγάπες, τη φυσική μου μητέρα και τη γενέτειρά μου τη Σαμοθράκη.



Δεν άργησε να φανεί η προσφορά του στα παιδιά των σχολείων, όπου υπηρέτησε, όταν, μη έχοντας άλλες πηγές γνώσης, κρεμόταν από τα χείλη του, αλλά και η ιδιαίτερη αγάπη του στην εκκλησία και στους πιστούς, οι οποίοι θαύμαζαν το έργο του, την αργυρόηχη φωνή του και τον λόγο του!

Δεν ήθελε πολύ χρόνο για να δείξει την «αρχοντιά» του, όχι βεβαίως εκείνη που έχει να κάνει με την αποκρουστική εικόνα του «άρχοντα», του ισχυρού, αλλά αυτή που είναι δεμένη με το πρόσωπο που κερδίζει τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων, με την αξιοπρεπή και ανθρώπινη συμπεριφορά του.

Και όταν κάποιοι αναζητούσαν την προσωπική τους ανέλιξη, επιδιώκοντας πλούτη και δύναμη, ο παπά Μανώλης, παρέμεινε ταπεινός, χωρίς να μετατρέπει τις ιδιότητες, του δασκάλου και του ιερέα σε εργαλεία απόκτησης πλεονεκτημάτων, γιατί ουδέποτε είχε την αγωνία της προβολής. Απεναντίας με το περίσσευμα ψυχής, πρόσφερε χωρίς να ομολογεί, χωρίς να τονίζει, χωρίς να το δείχνει.


Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε σχολεία και ταυτόχρονα ιερουργούσε σε δύο ενορίες, μέχρι που, στις 18 Μαΐου του έτους 2007 μετατέθηκε στην Καμαριώτισσα, μιας και ο γιος του, π. Ιωάννης παρέμεινε στο χωριό τους, το Λάκκωμα.

Όταν οι φωνές τού συμφέροντος τον καλούσαν, όταν το Υπουργείο Παιδείας τον κάλεσε να επιλέξει θέση στο εξωτερικό, Σουηδία, Σαουδική Αραβία, Νέα Ζηλανδία, και για τον Καναδά της Αμερικής με αμοιβή 100.000 δολάρια, ετησίως, όλα τα αρνήθηκε, παραμένοντας χωρίς ταραχή και ανησυχία στον τόπο του και απολαμβάνοντας το μεγαλείο της φύσης που λάτρεψε.

Δεν ξεστράτισε ο νους του. Η ψυχή του αγκαλιασμένη με το χθες, με την αγάπη για τον τόπο του, στραμμένη στην εργασία, την πίστη στο Θεό και στον άνθρωπο, δεμένη με το παρόν, τον κράτησε εκεί, που το λίγο, το απλό και φτωχικό, γίνεται μεγάλο, εκεί που θα αγωνιά και θα αγωνίζεται μέχρις εσχάτων.

Αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα -ανάμεσα στην διδασκαλική, ποιμαντική, τελετουργική, κηρυκτική του δράση- η κοινωνική και φιλανθρωπική.

Από μικρός ο παπά Μανώλης είχε πολλά χαρίσματα και την φιλανθρωπία ως πολυτιμότερη πράξη. Ήταν αρκετά νέος, όταν, για να κηδεύσει έναν φτωχό συνάνθρωπό του ο οποίος ζούσε ολομόναχος εκτός από όλα τα άλλα, του έφτιαξε ο ίδιος και το φέρετρο.

Ήταν νέος αλλά ήξεραν οι χωριανοί να ζητήσουν τη βοήθειά του κι αν δεν μπορούσε ο ίδιος, έβρισκε αμέσως τον άνθρωπο που θα τα κατάφερνε ως έμπειρος καλύτερα.

Κλείνοντας τη σύντομη αναφορά μου, για τον παπά -Μανώλη, που επιδόθηκε σε έναν αγώνα γνώσης και κατάλαβε νωρίς, πως ο απλός άνθρωπος του χωριού, διπλοκλειδώνει τα προβλήματά του και υποφέρει, φοβούμενος την κλειστή κοινωνία ,για τον ιεροδιδάσκαλο που εμπνεύστηκε και ενέπνευσε, ο οποίος στα κηρύγματά του αγγίζει ψυχές και καθοδηγεί με τη χάρη του πνευματικού, του εξομολόγου, εκείνον που θα τον πλησιάσει, που δεν υποκρίνεται κι ας παρεξηγείται από μερικούς, που επιστρατεύει μνήμες και θύμησες στις παρέες, για να ενισχύσει τη θέληση του νέου να παραμείνει στον τόπο του, ο οποίος μέχρις εσχάτων θα αντιμάχεται όσα πασχίζουν να καταβάλλουν τον συντοπίτη του, εκφράζω, τον απέραντο σεβασμό μου.

Η Χάρις του Θεού ας είναι πάντοτε μαζί του.

Με αγάπη και εκτίμηση,

Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine