Συγκινητική (επανα)σύνδεση με τον τόπο και τις ρίζες μας μέσω του βιβλίου η «Αστική αποκατάσταση των προσφύγων στη Ροδόπη» της Μαριγούλας Κοσμίδου

26.02.2020 06:43

Γεωργία Ντεμίρη, Άννα Παληκίδου

Που παρουσιάστηκε στη Λέσχη Κομοτηναίων από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης» και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Θρακών

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Με ομιλητές τους κ.κ. Βασιλική Θεοδώρου, Ιωάννη Μπακιρτζή, Κώστα Κατσιμίγα, Κατερίνα Σχοινά και συντονίστρια την Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη

 
Στις 24 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00 στη Λέσχη Κομοτηναίων, πραγματοποιήθηκε από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης» και τον Πολιτιστικό Χορευτικό Σύλλογο Θρακών Κομοτηνής η παρουσίαση του βιβλίου «Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων στη Ροδόπη» της κ. Μαριγούλας Κοσμίδου. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2019 στην Κομοτηνή από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης» και προσμετρά 182 σελίδες. Το έργο της κ. Μαριγούλας Κοσμίδου φωτίζει μεθοδικά και επιστημονικά ένα σχετικά ανεξερεύνητο κομμάτι της ιστορίας, που αφορά την έλευση και αστική αποκατάσταση των προσφύγων στη δική μας Ροδόπη, έπειτα από τα ταραγμένα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το βιβλίο διαθέτει πληθώρα μαρτυριών, φωτογραφικού υλικού, πινάκων και τεκμηρίων από ιστορικά αρχεία, οικοδομώντας συστηματικά μία πλήρη ιστορική εικόνα της αποκατάστασης και ένταξης των προσφύγων στη Ροδόπη.
 
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα συγκίνησης και σε μια πρωτοφανώς κατάμεστη αίθουσα, με πλήθος ανθρώπων που ακόμη και όρθιοι παρακολούθησαν και άκουσαν με ενδιαφέρον τους ομιλητές μέχρι τέλους. Χαιρετισμό απηύθυνε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Θρακών κ. Χρήστος Τζερνικούδης, και ακολούθως η κ. Βασιλική Θεοδώρου, Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΔΠΘ, η οποία τόνισε τη σημασία του πονήματος της κ. Κοσμίδου για την ιστορική βιβλιογραφία. Ακολούθησε ο κ. Ιωάννης Μπακιρτζής, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας & Εθνολογίας ΔΠΘ, ο οποίος υπογράμμισε τις δυσχέρειες ενασχόλησης με την τοπική ιστορία σε περιόδους ραγδαίων παγκόσμιων μεταβολών και αναταραχών, και κατ’ επέκταση, ανέδειξε τη σημασία της συμβολής του έργου της κ. Κοσμίδου.  Ο κ. Κώστας Κατσιμίγας, Περιφερειακός Σύμβουλος και αρχιτέκτων-μηχανικός, απέδωσε τα μέρη του βιβλίου, περιγράφοντας το περιεχόμενο αλλά και την προσφορά κάθε κεφαλαίου του βιβλίου. Τελευταία ομιλήτρια ήταν η κ. Κατερίνα Σχοινά, φιλόλογος, που έθιξε τη μοντέρνα γραφή και ειδολογική (μη)επιλογή της συγγραφέως, η οποία, με την πλούσια παράθεση υλικού, καλεί τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην παραγωγή του νοήματος.
 


Στη συνέχεια, η συγγραφέας μίλησε για το προσωπικό συγγραφικό της ταξίδι. Μύησε το κοινό στην εκ νέου ανακάλυψη των παιδικών της αναμνήσεων, στις μυρωδιές, τις γεύσεις και τις εικόνες που ομόρφυναν την παιδική της ηλικία. Συγκινημένη διηγήθηκε την πολύτιμη εμπειρία συλλογής των μαρτυριών και την ιδιαίτερη σημασία που διαδραμάτισε η αγάπη για τον τόπο της και για τους ανθρώπους του, στην περάτωση του εγχειρήματός της.
 
Ακολούθησαν χαιρετισμοί από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα, τον Βουλευτή Ροδόπης κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη και τον Δήμαρχο Κομοτηνής κ. Γιάννη Γκαράνη, ενώ εκτενής ήταν η αναφορά στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Τοπικής Ιστορίας από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου που προάγει τις σπουδές που επικεντρώνονται στο «παλίμψηστο» της ιστορίας του τόπου, και μεταξύ των άλλων μεταπτυχιακών και διδακτορικών εργασιών, ιδιαίτερα χαροποίησε η γνωστοποίηση του διδακτορικού που πραγματοποιεί η Ροδοπίτισσα κ. Βασιλική Φίλιου με θέμα την αποκατάσταση των προσφύγων στον Ν. Ροδόπης. Η ίδια χαιρέτισε την έκδοση της κ. Κοσμίδου και ευχήθηκε να υπάρξουν και άλλες μελέτες και έρευνες για τη νεότερη ιστορία του τόπου. Ιδιαίτερη αξία είχε και η επισήμανση της κ. Σχοινά για τα προγράμματα τοπικής ιστορίας που εκπονούνται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και θα ήταν ευχής έργο να αναρτώνται σε ένα «κανάλι» δημόσιου φορέα, π.χ. του Δήμου, όπως η ίδια ανέφερε. 
 
Την εκδήλωση συντόνιζε η κ. Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, φιλόλογος και επιμελήτρια εκδόσεων, η οποία ολοκλήρωσε την παρουσίαση του βιβλίου με τις εύστοχες παρατηρήσεις της.   

 

Βασιλική Θεοδώρου «Πλησιάζοντας την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρόμοιες απόπειρες μας είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητες»

 
«[…] Η κ. Κοσμίδου αξιοποιεί με δημιουργικό τρόπο επιστημονικά δεδομένα και προσωπικές μαρτυρίες προκειμένου να κατανοήσει όλες τις πτυχές του θέματος. Παρόλο που δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός, εφαρμόζει τις μεθόδους της ιστορικής επιστήμης σε μία σφαιρική προσέγγιση του ζητήματος της αστικής αποκατάστασης στην Κομοτηνή, με γνώση, ευαισθησία και συνέπεια. Εξετάζει τις πολιτικές στέγασης των προσφύγων στη Ροδόπη εντάσσοντας τις στο θεσμικό πλαίσιο της αστικής αποκατάστασης αλλά και στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της μετακίνησης και ένταξης των προσφύγων στην τοπική κοινωνία της εποχής. Οι ετοιμότητες των κρατικών υπηρεσιών, οι οικονομικοί όροι της βοήθειας προς τους αστούς πρόσφυγες, τα σχέδια που εκπονήθηκαν από την ΕΑΠ, η χωρική διαμόρφωση, οι αλλαγές στο τοπίο της πόλης, οι συνοικίες που άλλαξαν όνομα, οι τεχνίτες που απασχολήθηκαν, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, οι λύσεις που μηχανεύτηκαν, συνθέτουν το πλαίσιο για την κατανόηση του εγχειρήματος, ενός εγχειρήματος προκλητικού για το ελληνικό κράτος του Μεσοπολέμου. Η χρήση ποικίλων πηγών της εποχής,  από νομοθετικά κείμενα μέχρι πολεοδομικά σχέδια και φωτογραφίες αλλά και προφορικές καταθέσεις των ειδικών της στέγασης, αναζητούνται και αξιοποιούνται προκειμένου όχι μόνο να συμπληρωθεί το κάδρο, αλλά και να διασωθούν οι πληροφορίες που πιθανόν να χαθούν στο πέρασμα του χρόνου […].
 


Ανάμεσα στις αρετές του βιβλίου θα ήθελα να επαινέσω τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας συνδυάζει πρωτογενείς με δευτερογενείς πηγές, τις προφορικές μαρτυρίες με τη στεγνή γλώσσα της γραφειοκρατίας και των αριθμών. Κυρίως όμως το πώς ανασύρει προσωπικές και οικογενειακές αναμνήσεις, πώς τις επανεξετάζει κάτω από τις δικές της εμπειρίες για να πλαισιώσει τις ιστορικές καταγραφές. Οι αφηγήσεις των προγόνων, οι μνήμες της προηγούμενης γενιάς, τα δικά της βιώματα συμπλέκονται με τη μεγάλη ιστορία για να κατανοηθεί το παρελθόν αλλά και να αποδοθεί ο φόρος της μνήμης σε αυτούς που ξεκίνησαν το ταξίδι από την άλλη πλευρά των συνόρων. Σπάνια περίπτωση που ο ερευνητής είναι και φορέας της πολιτισμικής μνήμης του γεγονότος […].
Πλησιάζοντας την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρόμοιες απόπειρες μας είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητες όχι μόνο για να κλείσουμε ένα κεφάλαιο της ιστορίας μας αλλά για να ανοίξουμε στις επόμενες γενιές ένα παράθυρο κατανόησης του κόσμου που κληρονομήσαμε. Με γνώση, κατανόηση και ευαισθησία».
 

Ιωάννης Μπακιρτζής «Το πόνημα της συγγραφέως συνεισφέρει στην εμβάθυνση του προβληματισμού στα ζητήματα της τοπικής κοινωνίας, μέσα στην οποία ζει ο αναγνώστης»

 
«[…] Το βιβλίο αυτό, εκτός από τη γνώση και την έρευνα, απαιτεί και τόλμη, ακόμα και σήμερα. Ειδικά στον βαλκανικό μας περίγυρο, όπου υπάρχει και ενίοτε αναζωπυρώνεται η εθνική διαπάλη για ό,τι θεωρείται φαντασιακή απόδοση της εθνικής ολοκλήρωσης. Μην ξεχνούμε και τα ιδιαίτερα προβλήματα για την καλλιέργεια της τοπικής ιστορίας στο τραυματικό πρόσφατο παρελθόν της μετεμφυλιακής περιοχής και του Ψυχρού Πολέμου. Με την υπαγωγή της Ελλάδας στο ελληνικό στρατόπεδο, παρόλο που άλλαξαν ορισμένες προτεραιότητες, η λανθάνουσα, ή μη, εθνοκεντρική ιστοριογραφική αντίληψη, όχι μόνο αποτελούσε την κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά αντιθέτως εμπλουτίστηκε με νέα πολιτικο-ιδεολογικά επιχειρήματα. Ο φόβος των εθνικών διεκδικήσεων επεκτάθηκε και έγινε και κίνδυνος της ευστάθειας του πολιτικο-κοινωνικού καθεστώτος. Κάτι τέτοιο μπορούσε να προέλθει, για παράδειγμα, αν  η έρευνα του τοπικού παρελθόντος αναδείκνυε γλωσσικές ή γενικότερες πολιτισμικές προτιμήσεις εκτός γραμμής, ή συνήγειρε νωπές μνήμες που έπρεπε να εξορθολογιστούν. Ακόμα, κάποιες άλλες εξελίξεις δυσκόλεψαν περαιτέρω την έρευνα της τοπικής ιστορίας. Η προηγηθείσα του 1922 προσφυγοποίηση του συνόλου του ρωμέικου πληθυσμού από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, απέκοψε τους ανθρώπους από τις ρίζες τους, με αποτέλεσμα οι δυνατότητες ανίχνευσης της συνέχειας της ιστορίας να υπόκεινται σε ανυπέρβλητες δύσκολες. Η διατήρηση της δυναμικής του Εμφυλίου για τις επόμενες δεκαετίες, οδήγησε στη συντήρηση της άγνοιας για την τοπική ιστορία.
 
Θα ήθελα να ολοκληρώσω την ομιλία μου με μια αρίθμηση των όσων πιστεύω ότι συνεισφέρει η συγγραφέας με το πόνημά της: 1) Να έρθουν σε επαφή οι αναγνώστες με ιστορικά στοιχεία, ερευνήσιμα και κατανοητά, 2) Να αντιληφθούν ότι η ιστορία είναι ανθρώπινη δραστηριότητα με εντοπίσιμα κίνητρα, εντεταγμένα στα ανθρώπινα μέτρα, 3) Να εξοικειωθούν με την παρατήρηση, την έρευνα και την ερμηνεία απτών καταλοίπων της αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, ξεκινώντας από τα ίχνη, αυτούσια ή αλλοιωμένα, και από πρωτογενές υλικό, 4) Να ακροαστούν πληροφορίες και εκτιμήσεις, και να νιώσουν την ανάγκη και την ευθύνη της συμμετοχής τους για τη διάσωση της πολιτισμικής κληρονομίας, 5) Να εμβαθύνουν τον προβληματισμό στα ζητήματα της τοπικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν και 6) Να προετοιμαστούν ή να διευκολυνθούν στην κατανόηση της γενικής ιστορίας και της ευρύτερής μας κληρονομιάς».

 

Κώστας Κατσιμίγας: «Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικό και πολύ αξιόλογο, το οποίο καταπιάνεται με ζητήματα που δεν είχαν μελετηθεί μέχρι τώρα»

 
«[…] Η αρχιτεκτονική των απλών ανθρώπων και των απλών σπιτιών είναι μια τέχνη. Η Κομοτηνή μας γεννήθηκε μέσα από καταστροφές και είναι μια πόλη με ελάχιστα δείγματα μείζονος αρχιτεκτονικής. Η πρώτη μεγάλη καταστροφή και γέννηση έγινε το 1906, η δεύτερη ήρθε με το προσφυγικό κύμα που δέχτηκε το 1880-1895, με τον διωγμό των μουσουλμάνων τουρκογεννών κατοίκων της σημερινής Ανατολικής Ρωμυλίας, και η τρίτη ήταν το κύμα των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τρία γεγονότα, τρεις μεγάλες καταστροφές, συνθέτουν το παζλ της γέννησης αυτής και των κατοίκων της. Η Μαίρη αποφάσισε να ασχοληθεί με κάτι που εγώ εκλιπαρούσα τους νεότερους: με τη δόμηση και τα προσφυγικά σπίτια της Κομοτηνής, που είναι ένα μεγάλο κομμάτι του πολεοδομικού συστήματος της πόλης. Σήμερα πια, η πόλη μεγάλωσε μαζί με την πυκνότητα των κατοίκων της, οι οποίοι δεν έχουν τα προβλήματα των παλαιοτέρων.
 
Συγκεκριμένα, ως προς τα κεφάλαια του βιβλίου, στο πρώτο η συγγραφέας θέτει το θεσμικό πλαίσιο των προσφύγων. Στο δεύτερο γίνεται λόγος για την ίδια την Κομοτηνή και τις γειτονιές της, κι εκεί υπάρχει ένα τεράστιο επιστημονικό αλλά και συναισθηματικό ενδιαφέρον. Αξιοσημείωτα εδώ, είναι και τα θέματα μορφολογίας και τυπολογίας με τα οποία καταπιάνεται. Στο τρίτο μέρος ασχολείται με τα σχολεία. Τα σχολεία της δεκαετίας του ’20, για παράδειγμα, είχαν τελείως διαφορετική μορφολογία από αυτά της δεκαετίας του ’30, εξαιτίας των νεοκλασικιζόντων στοιχείων τους. Τέλος, το τέταρτο μέρος αποτελεί μια μεγάλη συμβολή για τους νέους ερευνητές, δίνοντας όλη την νομοθεσία, η οποία αντιμετώπιζε την προσφυγική αποκατάσταση.
 
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικό και πολύ αξιόλογο, το οποίο καταπιάνεται με ζητήματα που δεν είχαν μελετηθεί μέχρι τώρα. Η συγγραφέας μας, επικυρώνει το έργο της με τη σφραγίδα του συναισθήματος, συνενώνοντάς την  με τα ζητήματα της προσφυγικής αποκατάστασης, και, τελικώς, δημιουργεί ένα άρτιο αποτέλεσμα».

 

Κατερίνα Σχοινά, Η συμβολή της ιστορικής μνήμης στη σύγχρονη απόπειρα αυτοπροσδιορισμού

 
«[…] Η Μαίρη Κοσμίδου χαρίζει στον τόπο της ένα σημαντικό βιβλίο τοπικής ιστορίας, χωρίς, όμως, να ενδιαφέρεται για τον ειδολογικό χαρακτηρισμό του. Αντίθετα, θέτει στον αναγνώστη μια πληθώρα κομβικών ερωτημάτων και τον καλεί σε μία ενεργητική ανάγνωση, στη συμπαραγωγή νοήματος από κοινού με τη συγγραφέα. Πρόκειται για μια πολύ μοντέρνα αναγνωστική συνθήκη, ένα είδος “συμμετοχικής παρατήρησης” από πλευράς αναγνώστη, με τη σημαντική αρωγή της συγγραφέως. Αφενός η κ. Κοσμίδου καλεί τον αναγνώστη να υποβάλει σε έλεγχο την ίδια την ιστορική αφήγηση, παραθέτοντάς του εξαιρετικά πλούσιο αρχειακό υλικό, μαζί με πληθώρα βιβλιογραφικών αναφορών και εκτενών υποσημειώσεων που μπορούν να λειτουργήσουν ως αυτόνομες αφηγήσεις με μεγάλο ενδιαφέρον∙ αφετέρου –και κυρίως– επιτρέπει μικρές ρωγμές στην αφήγηση, όπου αφήνει να εισχωρήσουν διακριτικά οι φωνές των αφανών∙ έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να προσθέσει και τις δικές του φωνές της μνήμης, ειδικά όταν έχει και ο ίδιος προσφυγική καταγωγή (ίσως και φωνές “αντι-μνήμης”, αντιτασσόμενες στην ιστορική αφήγηση της συγγραφέως). Χάρη σε αυτήν την «από τα κάτω» οπτική, το μακροεπίπεδο των κοινωνικών δομών εμφανίζεται κοντά στην βιωμένη εμπειρία όσων κινήθηκαν εντός του, με άλλα λόγια γίνεται σαφές πως η ιστορία φτιάχνεται από πρόσωπα, όχι από απρόσωπες δομές/κατασκευές του ιστορικού».
 


Κατά την κ. Κατερίνα Σχοινά, «κύρια πρόθεση του βιβλίου είναι να αναδείξει τη σημασία της μνήμης ως μέσου ταυτοτικού αυτοπροσδιορισμού στο παρόν, να δείξει δηλαδή πώς οι άνθρωποι ανακατασκευάζοντας σήμερα, ατομικά ή συλλογικά, το παρελθόν διαπραγματεύονται μέσω αυτού την τωρινή τους ταυτότητα. Έτσι, η κ. Κοσμίδου επιχειρεί να βιογραφήσει μια πόλη, ή μάλλον να φωτίσει τον μετασχηματισμό της (οικιστικό/πολεοδομικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό) με άξονα τους πρόσφυγες, αλλά η βιογραφία της πόλης γίνεται έμμεση αυτοβιογράφηση και απόπειρα αυτοπροσδιορισμού σε επίπεδο συλλογικής και ατομικής ταυτότητας. Αφόρμησή της είναι το χρέος απέναντι στο “υλικό του τόπου της”, όπως θα έλεγε ο Ν. Πολίτης, σε πηγές που αλληλοσυμπληρώνονται: γραπτές πηγές, αρχεία, ντοκουμέντα δημόσιας ιστορίας, προφορικές μαρτυρίες, συνεντεύξεις με ειδικούς, αλλά και καταρρέοντα οικήματα των παλιών προσφυγικών οικισμών που τα φωτογραφίζει, για να συγκρατήσει τις ιστορίες που έχουν να διηγηθούν […]».

 

Έδωσαν το παρών

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμων, η Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων και Φοιτητικής Μέριμνας, Καθηγήτρια κ. Ζωή Γαβριηλίδου, η Κοσμητόρισσα της ΣΚΑΣ, Καθηγήτρια κ. Πηνελόπη Καμπάκη-Βουγιουκλή με τον σύζυγό της Ομ. Καθηγητή και συγγραφέα Θωμά Βουγιουκλή, ο Αντιπεριφερειάρχης κ. Νικόλαος Τσαλικίδης, ο βουλευτής Νέας Δημοκρατίας Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο π. Βουλευτής κ. Μουσταφά Μουσταφά, ο Δήμαρχος Κομοτηνής κ. Γιάννης Γκαράνης με τη σύζυγό του Νόπη, η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Κλεοπάτρα Στογιαννίδου, η Πρόεδρος της ΔΚΕΠΠΑΚ κ. Νατάσα Λιβεριάδου, ο Πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. κ. Γιάννης Κυριαζής, η Πρόεδρος της Επιτροπής για τα 100χρονα της Κομοτηνής κ. Σοφία Μενεσελίδου, ο Πρόεδρος του ΚΕΜΕΑ Δήμου Κομοτηνής κ. Νίκος Σωτηρακόπουλος, η αδελφή της κ. Κοσμίδου και Εκτελεστική Γραμματέας της ΠΑΜΘ κ. Ζωή Κοσμίδου, ο Επίκουρος Καθηγητής του ΤΕΦ ΔΠΘ κ. Χαρίλαος Μιχαλόπουλος, ο Αν. Καθηγητής της ΣΕΦΑΑ ΔΠΘ Δημήτρης Γουλιμάρης, οι εκπαιδευτικοί κ.κ.: Μαρία Ζωγραφάκη, Άρτεμις Αρχοντογιώργη, Ελένη Χατζή,  Κική Παιδαράκη, Θοδωρής Μούχτσης, Θόδωρος Επταμεινιτάκης με τη σύζυγό του, Νικήτας Αντωνάκης, Κική Ευστρατιάδου, Λίνα Λαζαρίδου, Μαρίνος Κωνσταντινίδης, Καλλιόπη Χάιδου, Νεκτάριος Δαπέργολας, Ντίνα Σαμουρκασίδου, Ματούλα Καϊοπούλου, Βούλα Νεστωράκη, Σοφία Σουβατζόγλου, Μάρκος Χρηστοδουλόπουλος, Έφη Καραπούλη, Αικατερίνη Ράντου,  η κ. Ντίνα Σκαπαριώτου, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Θρακών κ. Χρήστος Τζερνικούδης και ο Αντιπρόεδρος και Χοροδιδάσκαλος κ. Γιάννης Τζερνικούδης, μέλη του Συλλόγου, η συντ. φαρμακοποιός κ. Ζάνα Καταροπούλου, οι δικηγόροι κ.κ.: Μαρία Χατζοπούλου,  Γιώργος Κυμπαρίδης, η συμβολαιογράφος κ. Κλεοπάτρα Στογιαννίδου, η αρχιτεκτόνισσα κ. Τάνια Βεζυργιανίδου, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αιμοδοτών Ροδόπης κ. Κωστής Δημητρακόπουλος με τη σύζυγό του Κατερίνα, και οι κ.κ.: Ευθυμία Κορέα, Χαράλαμπος Μαυρίδης, Ανέστης και Φανή Βακιάνη, Βιβή Χατζηγεωργίου, Παρασκευή Χουρίδου, Παναγιώτης Μουζακίδης και η Αντιπρόεδρος των Niriides CH 423 Daughters of Penelope κ. Ελένη Μιχέλη-Μπότσαρη.

Ολόκληρη η εισήγηση του Ιωάννη Μ. Μπακιρτζή εδώ.